Yiannatsis Psarakis Logo
Καρνεάδου 38 - Καρνεάδου 41 Αθήνα, 210-7231076

Ελληνικά  |  English

Linkedin
 
 
   
orbit image 1
 

Αρθρογραφία


Μετοίκηση του ενός Γονέα με το Παιδί στο Εξωτερικό: Η Διασυνοριακή Προστασία

LEGAL INSIGHT

Ιανουάριος 2020

Ηλίας Γιαννατσής, Ασκούμενος Δικηγόρος

Περίληψη: Το άρθρο αυτό αναφέρεται στη συνήθη περίπτωση «απαγωγής» του παιδιού από τον έναν γονέα, ο οποίος διαφεύγει με αυτό εκτός της ελληνικής επικράτειας. Εκτίθενται συνοπτικά τα δικαιώματα του γονέα «που μένει πίσω» απέναντι σε αυτή την κατάσταση και ερευνάται, συγκεκριμένα, η δυνατότητα του τελευταίου να διεκδικήσει την επιστροφή του παιδιού του. Ως υπόθεση εργασίας λαμβάνεται υπόψη η περίπτωση, που το πρότινος διαμένον στην Ελλάδα παιδί μετοικεί, ελλείψει συναπόφασης  των γονέων, με τον έναν εξ αυτών σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πρώτο μέρος του άρθρου αναλύεται η αστική και στο δεύτερο η ποινική προστασία. 


Ι. Η αστική προστασία

ΙΑ. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο 

Η αστική διάσταση της διεθνούς απαγωγής παιδιών ρυθμίζεται από τη Σύμβαση της Χάγης του 1980, την οποία η Ελλάδα κύρωσε με το Νόμο 2102/1992 . Τη ρύθμιση των διατάξεων αυτών συμπλήρωσε  το άρθρο 11 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2201/2003. Τα δύο νομοθετικά κείμενα ισχύουν παράλληλα (η Σύμβαση της Χάγης τίθεται μόνη σε εφαρμογή στην περίπτωση που η μετακίνηση του παιδιού γίνεται από ή προς τρίτο κράτος, μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης). 

Σκοπός των ως άνω διατάξεων είναι η μείωση των εμποδίων στα οποία  υπόκειται η επιστροφή του παιδιού λόγω των διαφορετικών δικαιοδοσιών των κρατών μελών. 

ΙΒ. Η αίτηση για επιστροφή 

Αρχικά, ο γονέας, που διεκδικεί την επιστροφή του παιδιού, υποβάλει σχετική αίτηση στην Κεντρική Αρχή του κράτους της διαμονής του παιδιού πριν τη μετακίνησή του. Για τον λόγο αυτό κάθε κράτος υποχρεούται δυνάμει του άρθρου 6 της Σύμβασης  της Χάγης να ορίσει μία «Κεντρική Αρχή» για την εξέταση συναφών αιτημάτων. Στην Ελλάδα ως κεντρική αρχή ορίζεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης. 

Η Κεντρική Αρχή θα πρέπει να προκαλέσει την παρέμβαση της δικαστικής ή διοικητικής αρχής της πολιτείας, όπου το παιδί έχει μεταφερθεί, ελέγχοντας και προωθώντας στην αρμόδια αρχή το φάκελο της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί από την εκεί δικαιοδοσία ο παράνομος χαρακτήρας της μετακίνησης και να διαταχθεί τελικά η επιστροφή του παιδιού. 

ΙΓ. Η κρίση για το παράνομο της μετακίνησης/ κατακράτησης και η απόφαση επιστροφής

Το δικαστήριο του κράτους μέλους, όπου έχει μεταφερθεί το παιδί, κρίνει την μετακίνηση αυτή παράνομη στην περίπτωση που 1) αυτή γίνεται κατά παράβαση των δικαιωμάτων επιμέλειας που έχει ο γονέας, από κοινού ή ατομικά, σύμφωνα με το δίκαιο της πολιτείας στην οποία το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνησή του (στο εξής και για τις ανάγκες του παρόντος, η Ελλάδα) και 2) το δικαίωμα επιμέλειας ασκούνταν στην πράξη, και θα ασκούνταν αν δεν μεσολαβούσε η μετακίνηση του παιδιού. Το γεγονός αυτό πρέπει μάλιστα να προαποδεικνύεται στην αίτηση επιστροφής.  

Το δικαστήριο αποφασίζει με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού να επιστρέψει στον τόπο της προηγούμενης συνήθους διαμονής του προς αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης χωρίς να ρυθμίζει και το λογικά και χρονικά μεταγενέστερο ζήτημα του ποιός θα ασκήσει την επιμέλεια του παιδιού που έχει απαχθεί.  

Η επιστροφή δεν διατάσσεται στην περίπτωση που υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση είτε διαπιστώνεται ότι το ίδιο το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του.  Ωστόσο, άρνηση επιστροφής υπό το φως της ως άνω διάταξης δεν είναι δυνατή, εφόσον διακριβώνεται ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού μετά την επάνοδό του στη χώρα, από την οποία μετακινήθηκε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προβλέπεται η επαναφορά στον κανόνα της επιστροφής, με δύο μόνο εξαιρέσεις: 1. την περίπτωση κατά την οποία αυτή δεν επιτρέπεται από τις θεμελιώδεις αρχές του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, οι οποίες αναφέρονται στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και 2. έχει παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους από την μετακίνηση, οπότε τεκμαίρεται για τον νόμο η σύνδεση του παιδιού με το νέο τόπο διαμονής του και ο σχετικός επαναπροσδιορισμός της έννοιας του συμφέροντός του (άρθρο 12 ΣΧάγης). 

ΙΔ. Η προστασία σε περίπτωση έκδοσης απορριπτικής απόφασης

Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης για επιστροφή από το δικαστήριο του κράτους μέλους όπου μετακινήθηκε το παιδί, αυτό οφείλει να διαβιβάσει την απορριπτική του απόφαση στο αρμόδιο ελληνικό δικαστήριο, συμφωνά με την υποχρέωση ενημέρωσης του άρθρου 11 παρ. 6 της Σύμβασης. Η απόρριψη γνωστοποιείται στον αιτηθέντα γονέα, ο οποίος καλείται να υποβάλει τις παρατηρήσεις του ενώπιων του ελληνικού δικαστηρίου εντός τριών μηνών από την γνωστοποίηση, ώστε να αποφασίσει αυτό τελικά για την επιστροφή. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Aguirre Azcarraga/ Pelz, C- 491/10 PPU, το δικαστήριο του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού είναι το μόνο που δύναται να αποφανθεί επί της επιστροφής του. 

Η υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να μην καταστεί ο τόπος απαγωγής, λόγω μακρόχρονης διάρκειας της δίκης, τόπος συνήθους διαμονής. Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης, ο αιτών μπορεί πάντα να προσβάλει την απόφαση που απορρίπτει την αίτηση επιστροφής με έφεση. Επίσης, στην περίπτωση που έφεση ασκήσει ο «απαγωγέας» γονέας, η εκτέλεση της πρωτοβάθμιας απόφασης δεν αναστέλλεται υποχρεωτικά και το παιδί δύναται να επιστρέψει κανονικά στη χώρα της προηγούμενης διαμονής του δυνάμει αυτής. Δυνατή είναι και η άσκηση αναίρεσης. 

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του ελληνικού δικαστηρίου αντικαθιστά την απορριπτική απόφαση, που εξέδωσε το δικαστήριο τη χώρας όπου το παιδί μετακινήθηκε παράνομα, και η τελευταία δεν μπορεί να αντιταχθεί στον γονέα που διεκδικεί την επιστροφή. Για την εκτέλεση μάλιστα της απόφασης στο άλλο κράτος μέλος δεν χρειάζεται «προσφυγή σε καμία διαδικασία για την αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης» (άρθρο 42 ΣΧάγης).

ΙΙ. Η ποινική προστασία

Παράλληλα, η παράνομη μετακίνηση του παιδιού φορτίζεται από την πολιτεία με ποινική απαξία, γεννά δηλαδή ποινική αξίωση της πολιτείας. Όταν το δικαίωμα της επιμέλειας, στο πλαίσιο άσκησης του οποίου αποφασίζεται και η επιλογή του τόπου διαμονής του παιδιού, έχει ρυθμισθεί είτε δικαστικά είτε με συμφωνία των γονέων ή όχι, και συγκεκριμένα αν έχει ανατεθεί στον έναν γονέα κατ’ αποκλεισμό του «άρπαγα» γονέα τελείται αρπαγή ανηλίκου του άρθρου 324 του Ποινικού Κώδικα, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, το αδίκημα της αυτοδικίας του άρθρου 331 ΠΚ. 

ΙΙΑ.  Η αρπαγή ανηλίκου (324 ΠΚ)

Ως αρπαγή ανηλίκου ορίζεται η αφαίρεση αυτού από το πρόσωπο που έχει την εξουσία επιμέλειας για το πρόσωπό του και τιμωρείται με φυλάκιση (στέρηση της ελευθερίας για πάνω από δέκα ημέρες και κάτω από πέντε έτη), η οποία στην περίπτωση που ο ανήλικος, λόγω της στέρησης της επιμέλειας, διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο ζωής ή βαριάς βλάβης της υγείας του, ανέρχεται οπωσδήποτε στο ένα έτος. 

Εάν η επιμέλεια ανήκει και στους δύο γονείς, δεν μπορεί να νοηθεί δράστης ο ένας γονέας σε βάρος του άλλου, οπότε σε αυτή την περίπτωση θα τελείται αυτοδικία (βλ. πιο κάτω). Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση εξώγαμου τέκνου, στην οποία, επειδή το δικαίωμα επιμέλειας βάσει του άρθρου 1515 του Αστικού Κώδικα ανήκει στη μητέρα, δράστης του εγκλήματος δύναται να γίνει και ο φυσικός πατέρας του ανηλίκου, ακόμη κι αν το έχει αναγνωρίσει εκούσια. Ακόμη, το έγκλημα θεωρείται ότι τελεί ο γονέας, ο οποίος δεν εξαναγκάζει τον ανήλικο να γυρίσει στον γονέα, ο οποίος έχει την επιμέλειά του ή σε περίπτωση αλλαγής του δικαιούμενου σε επιμέλεια γονέα, ο προηγουμένως ασκών την επιμέλεια γονέας, ο οποίος δεν παραδίδει καθόλου ή δεν παραδίδει εμπρόθεσμα τον ανήλικο στο νέο δικαιούχο της επιμέλειας, όχι όμως εάν η αφαίρεση είναι πολύ σύντομης διάρκειας ή αποτελεί απλή διατάραξη του δικαιώματος επιμέλειας. 

Επειδή δε, είναι έγκλημα διαρκείας, η παραγραφή του εγκλήματος δεν αρχίζει να τρέχει παρά όταν αρθεί η παράνομη κατακράτηση του ανηλίκου και σε κάθε περίπτωση αναστέλλεται μέχρι την ενηλικίωση του θύματος και για ένα έτος μετά. 

ΙΒ. Άλλως, η αυτοδικία

Αυτοδικία είναι η αυθαίρετη άσκηση αξίωσης σχετικής με δικαίωμα που κάποιος ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται και τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. 

Για να γίνει λόγος για αυτοδικία πρέπει το σχετικό δικαίωμα να αμφισβητείται, να υπάρχει δηλαδή εν προκειμένω μία αμφισβητούμενη κατάσταση σχετικά με το ποιός και σε ποιά έκταση δικαιούται να ασκήσει την επιμέλεια, προς άρση της οποίας ο ένας εκ των δύο γονέων παίρνει το νόμο στα χέρια του».

Για παράδειγμα, ο πατέρας ασκεί ασφαλιστικά μέτρα για την αποκλειστική ανάθεση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου στο πρόσωπό του, και η συνασκούσα την επιμέλεια μέχρι τη στιγμή εκείνη μητέρα, έχουσα δηλαδή το δικαίωμα αυτό από το νόμο αλλά υπό την αμφισβήτηση πλέον του πατέρα, αποφασίζει να φύγει μαζί με το παιδί στο εξωτερικό χωρίς να περιμένει την έκδοση δικαστικής απόφασης, με άλλα λόγια «παίρνει το νόμο στα χέρια της». 

Επίσης αυτοδικία νοείται όταν η αρπαγή δεν αποσκοπεί στον αποκλεισμό αυτού που ασκεί την επιμέλεια δυνάμει της δικαστικής απόφασης, αλλά στην επικοινωνία του με τον ανήλικο, με άλλα λόγια ο ένας γονέας αυτοδικεί  ως προς το δικαίωμά του να επικοινωνήσει με το παιδί του.

Με λίγα λόγια, αυτοδικία πρέπει να νοηθεί σε κάθε περίπτωση που η επιμέλεια ανήκει και στους δύο γονείς, αλλά ο ένας αποφασίζει την «αρπαγή» του. Σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί ο δράστης να επικαλεστεί «θεμιτή αυτοδικία», με τη δικαιολογία ότι υπολαμβάνει τη δικαστική απόφαση που του στερεί την επιμέλεια άδικη ή εσφαλμένη ή προϊόν απάτης επί δικαστηρίου. Εν προκειμένω, θα τελείται δηλαδή αρπαγή ανηλίκου. 

ΙΓ. Η ποινική δίωξη

Η ποινική δίωξη ασκείται στην περίπτωση της αρπαγής ανηλίκου και από τον εισαγγελέα (αυτεπάγγελτη δίωξη), ενώ στην περίπτωση της αυτοδικίας μόνο από τον ίδιο τον παθόντα γονέα (κατ’ έγκληση). Σε κάθε περίπτωση είναι δυνατή η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Για το συγκεκριμένο έγκλημα μάλιστα το κράτος, όπου έχει μετακινηθεί ο γονέας- δράστης, δεν έχει δικαίωμα να ελέγξει αν η μετακίνηση είναι αξιόποινη και κατά το εθνικό του δίκαιο (κατάργηση της αρχής του διττού αξιοποίνου). Επιπρόσθετα, η κατάργηση της αρχής μη έκδοσης ημεδαπών στερεί από το κράτος της μετακίνησης τη δυνατότητα να εμποδίσει την έκδοση του γονέα, ο οποίος τυγχάνει να έχει την ιθαγένεια αυτού, γεγονός που έχει πρακτική σημασία για τη συνήθη περίπτωση που ο γονέας επιστρέφει μαζί με το παιδί στη χώρα καταγωγής του. 

Αντί επιλόγου

Κρίσιμη για την αποτελεσματική προστασία του γονέα απέναντι στη διασυνοριακή απαγωγή τέκνου είναι η ταχύτητα και η μεθοδικότητα των νομικών του κινήσεων. Ανεξάρτητα από τυχόν «απροθυμία» του απαγωγέα γονέα και των αρχών του κράτους της απαγωγής, το δίκαιο παρέχει το απαραίτητο νομικό οπλοστάσιο για την επίτευξη της επιστροφής του παιδιού. 


 
 
 

EST 1983
Καρνεάδου 38 - Καρνεάδου 41 - Κολωνάκι 106 76 Αθήνα   Τ:(+30)210-7231076 F:(+30)210-7231075   lawoffice@yiannatsis.gr