Yiannatsis Psarakis Logo
Καρνεάδου 38 - Καρνεάδου 41 Αθήνα, 210-7231076

Ελληνικά  |  English

Linkedin
 
 
   
orbit image 1
 

Αρθρογραφία


Το Νέο Θεσμικό Πλαίσιο των Εταιρικών Μετασχηματισμών

LEGAL INSIGHT

ΤΟ ΝΕΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΙΚΩΝ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΩΝ

Μάιος 2020

Γιώργος Κεφαλάς, L.LM.mult., M.Sc.

Περίληψη: Από τις 15.4.2019 τέθηκε σε εφαρμογή ο ν. 4601/2019 σχετικά με τους εταιρικούς μετασχηματισμούς, με τον οποίο ρυθμίστηκε αναλυτικά η διαδικασία και οι προϋποθέσεις συντέλεσης όλων των δυνατών μορφών εταιρικών μετασχηματισμών. Στο παρόν σημείωμα παρουσιάζονται συνοπτικά οι δυνατές μορφές και τα στάδια συντέλεσης του μετασχηματισμού, καθώς και οι προβλέψεις για την προστασία των πιστωτών και των εταίρων/μετόχων των μετασχηματιζόμενων εταιρειών. 

1. Εισαγωγικά – Δυνατές μορφές μετασχηματισμών

Οι βασικές κατηγορίες μετασχηματισμών που προβλέπονται από τον ν. 4601/2019 είναι τρεις: συγχώνευση, διάσπαση και μετατροπή. Συγχώνευση είναι η διαδικασία με την οποία επιτυγχάνεται η απόκτηση από μία (υφιστάμενη ή νεοσυσταθείσα) εταιρεία των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων άλλων εταιρειών, οι οποίες λύονται χωρίς μεσολάβηση σταδίου εκκαθάρισης. Διάσπαση είναι η διαδικασία με την οποία τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις μίας εταιρείας, η οποία λύεται χωρίς εκκαθάριση, μεταβιβάζονται σε δύο τουλάχιστον (υφιστάμενες ή νεοϊδρυόμενες) εταιρείες. Η διάσπαση διακρίνεται, περαιτέρω, κατά τον νέο νόμο σε κοινή διάσπαση, μερική διάσπαση και απόσχιση κλάδου. Η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ στην κοινή διάσπαση μεταβιβάζεται το σύνολο της περιουσίας της διασπώμενης εταιρείας, στη μερική διάσπαση και στην απόσχιση κλάδου μεταβιβάζονται μόνον τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με έναν συγκεκριμένο κλάδο της (π.χ. αν μία εταιρεία διατηρεί έναν παραγωγικό και έναν εμπορικό κλάδο, μπορεί να μεταβιβαστεί μόνον ο ένας εκ των δύο αυτών κλάδων). Ενώ όμως στην απόσχιση τις μετοχές της επωφελούμενης εταιρείας λαμβάνει (ως αντάλλαγμα για την εισφορά του κλάδου) η εταιρεία από την οποία αποσχίσθηκε ο κλάδος, στην μερική διάσπαση τις μετοχές της επωφελούμενης εταιρείας λαμβάνουν οι μέτοχοι της εταιρείας από την οποία αποσχίσθηκε ο κλάδος. Τέλος, η μετατροπή είναι η μεταβολή του νομικού τύπου μίας εταιρείας, π.χ. από ΕΠΕ σε ΑΕ. Ενώ λοιπόν στους άλλους τύπους μετασχηματισμών θα μετέχουν πάντοτε περισσότερες από μία εταιρείες, η μετατροπή αφορά πάντοτε μία και μοναδική εταιρεία. 

2. Στάδια υλοποίησης μετασχηματισμού

Ο ν. 4601/2019 θέτει ένα κοινό πλαίσιο για την υλοποίηση κάθε μορφής μετασχηματισμού. Τα ειδικότερα στάδια που πρέπει να ακολουθηθούν είναι τα ακόλουθα:

- Σύνταξη σχεδίου συγχώνευσης ή διάσπασης από τα ΔΣ (για ΑΕ) ή τους διαχειριστές (για τις λοιπές μορφές εταιρειών) των εταιρειών που συμμετέχουν.

- Καταχώριση και δημοσίευση αυτού στο ΓΕΜΗ ή ανάρτηση στις οικείες ιστοσελίδες όλων των εταιρειών που συμμετέχουν. 

- Σύνταξη έκθεσης από το ΔΣ ή τους διαχειριστές, η οποία επεξηγεί τους όρους του σχεδίου και την προτεινόμενη σχέση ανταλλαγής (επί συγχώνευσης και διάσπασης) ή τη σκοπιμότητα της μετατροπής της νομικής μορφής της εταιρείας (επί μετατροπής).

- Εξέταση του σχεδίου συγχώνευσης ή διάσπασης από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες και σύνταξη σχετικής έκθεσης, εκτός εάν όλοι οι εταίροι ή μέτοχοι συμφωνούν εγγράφως στην μη εξέταση αυτού.

- Απόφαση της ΓΣ (για τις ΑΕ με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία) ή τη συνέλευση των εταίρων (για ΕΠΕ) ή τους εταίρους.

- Κατάρτιση της σύμβασης ή της μονομερούς πράξης συγχώνευσης ή διάσπασης με συμβολαιογραφικό έγγραφο, εφόσον πρόκειται για ΑΕ ή ΕΠΕ, άλλως με ιδιωτικό έγγραφο. 

- Προληπτικός έλεγχος της σύμβασης από τη Διοίκηση.

- Καταχώριση και δημοσίευση της συγχώνευσης, διάσπασης ή μετατροπής στο ΓΕΜΗ.

3. Ιδίως η αποτίμηση από εμπειρογνώμονες

Ο νέος νόμος, αποσκοπώντας στην προστασία όλων των εμπλεκόμενων σε έναν μετασχηματισμό συμφερόντων, θέτει ως προϋπόθεση την εξέταση του σχεδίου της σύμβασης από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, οι οποίοι συντάσσουν έκθεση που απευθύνεται στη συνέλευση των εταίρων και καταχωρίζεται στο ΓΕΜΗ. Στην έκθεσή τους οι εμπειρογνώμονες δηλώνουν εάν – κατά την επιστημονικά τεκμηριωμένη τους άποψη – η σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών σε μία συγχώνευση ή διάσπαση είναι δίκαιη και λογική (π.χ. εάν η αξία των μετοχών που λαμβάνει ο μέτοχος στην απορροφώσα εταιρεία αντικατοπτρίζει πράγματι την αξία των μετοχών που κατείχε στην απορροφώμενη). 

Εξέταση του σχεδίου της σύμβασης από εμπειρογνώμονες δεν απαιτείται μόνον εφόσον συναινούν σε αυτό, και μάλιστα εγγράφως, όλοι οι μέτοχοι ή εταίροι των εταιρειών που μετέχουν στον μετασχηματισμό. Στην περίπτωση δε συμμετοχής στη συγχώνευση ή διάσπαση προσωπικής εταιρείας, εξέταση του σχεδίου από εμπειρογνώμονα απαιτείται μόνο κατόπιν αιτήματος ενός από τους εταίρους της. 

Η προστασία των μετόχων και των πιστωτών

Με σκοπό την εξασφάλιση των συμφερόντων των μετόχων των συμμετεχουσών στον μετασχηματισμό εταιρειών, ο ν. 4601/2019 επιβάλλει η (κάθε συμμετέχουσα στον μετασχηματισμό) εταιρεία να θέτει στη διάθεσή τους όλα τα κρίσιμα έγγραφα του μετασχηματισμού, ώστε να μπορούν να σταθμίσουν τα δεδομένα και να λάβουν ορθή απόφαση. Ειδικά στην περίπτωση της Α.Ε., τα έγγραφα πρέπει να είναι διαθέσιμα στους μετόχους τουλάχιστον έναν (1) μήνα πριν από τη συνεδρίαση της Γ.Σ. που θα εγκρίνει τον μετασχηματισμό. Τα έγγραφα αυτά είναι: α) το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης ή διάσπασης ή η έκθεση μετατροπής, β) η έκθεση του Δ.Σ. ή των διαχειριστών επί της συγχώνευσης ή διάσπασης, γ) η έκθεση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα και δ) οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και οι ετήσιες εκθέσεις διαχείρισης του Δ.Σ. ή των διαχειριστών των τριών (3) τελευταίων ετών.

Άλλωστε, η προστασία των μετόχων διασφαλίζεται και από την ίδια την προϋπόθεση της σύνταξης έκθεσης από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, οι οποίοι καλούνται να εκφέρουν άποψη και επί της σχέσης ανταλλαγής των τίτλων σε περίπτωση συγχώνευσης ή διάσπασης. Κατασταλτικά δε, ήτοι μετά τη διενέργεια της συγχώνευσης ή διάσπασης, οι μέτοχοι ή εταίροι μπορούν, εντός 12 μηνών από τη συντέλεση του μετασχηματισμού (ήτοι τη σχετική δημοσίευση στο ΓΕΜΗ), να ζητήσουν αποζημίωση από την εταιρεία σε περίπτωση που η σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών δεν είναι εύλογη και δίκαιη, π.χ. αν η αξία της συμμετοχής τους στην νέα εταιρεία σε περίπτωση συγχώνευσης είναι μικρότερη από την αντίστοιχη που είχαν στην συγχωνευθείσα εταιρεία.

Ιδίως δε στην περίπτωση της μετατροπής, ο μέτοχος ΑΕ ή ο εταίρος ΕΠΕ που διαφωνεί στην μετατροπή μπορεί να ζητήσει την εξαγορά των μετοχών του από την εταιρεία ή την έξοδο του, αντίστοιχα, καθώς επίσης και να μεταβιβάσει τις μετοχές ή τα εταιρικά του μερίδια σε τρίτο, ακόμη και εάν στο καταστατικό προβλέπονται απαγορεύσεις ή περιορισμοί μεταβίβασης (όπως για παράδειγμα οι δεσμευμένες μετοχές στην περίπτωση της ΑΕ).  

Από την άλλη πλευρά, η προστασία των πιστωτών διασφαλίζεται μέσω της παροχής κατάλληλων εγγυήσεων από την εταιρεία. Ειδικότερα, οι πιστωτές, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη δημοσίευση του σχεδίου σύμβασης συγχώνευσης ή διάσπασης ή της απόφασης της μετατροπής στο ΓΕΜΗ, και εφόσον οι απαιτήσεις τους προϋπάρχουν της δημοσίευσης αυτής, μπορούν να ζητήσουν από τις εταιρείες κατάλληλες εγγυήσεις και οι εταιρείες υποχρεούνται να τις παράσχουν, εφόσον ο πιστωτής αποδείξει ότι η οικονομική τους κατάσταση μετά τη συντέλεση του μετασχηματισμού καθιστά απαραίτητη την παροχή των εγγυήσεων. Οι εγγυήσεις αυτές μπορούν να λάβουν οποιαδήποτε μορφή, όπως προσωπική εγγύηση του ίδιου του εταίρου, προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου της εταιρείας κλπ. Εφόσον προκύψει διαφορά μεταξύ εταιρείας και πιστωτών ως προς την παροχή των εγγυήσεων, οι τελευταίοι μπορούν να αιτηθούν τη λήψη ασφαλιστικού μέτρου με αίτησή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας. 

Ειδικότερα όσον αφορά την περίπτωση της διάσπασης, όπου μία εταιρεία διασπάται σε περισσότερες επωφελούμενες, προβλέπεται ότι οι εταιρείες που προέκυψαν από τη διάσπαση (επωφελούμενες) ευθύνονται εις ολόκληρον (δηλαδή και οι δύο) έναντι του πιστωτή. Για παράδειγμα, από τη διάσπαση της εταιρείας Α προκύπτουν οι εταιρείες Β και Γ. Ο πιστωτής Δ είχε απαίτηση κατά της Α, η οποία, μετά τη διάσπαση μεταβιβάστηκε στην εταιρεία Β. Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι η σχέση του Δ μεταβιβάστηκε στην Β, έναντι του Δ θα ευθύνεται τόσο η Β όσο και η Γ. Πάντως, κατά την πρόβλεψη του νόμου, η ευθύνη της Γ θα είναι περιορισμένη, ήτοι μέχρι την καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων (ενεργητικό – παθητικό) που έλαβε από τη διάσπαση. Στις δε περιπτώσεις της μερικής διάσπασης και της απόσχισης κλάδου, όπου εξακολουθεί να υφίσταται και η διασπώμενη εταιρεία, ευθύνεται παράλληλα με τις επωφελούμενες και η διασπώμενη εταιρεία έναντι των πιστωτών. 

4. Οι λόγοι ακυρότητας του μετασχηματισμού

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου και να αποτραπούν οδυνηρές συνέπειες που θα συνεπαγόταν η εκ των υστέρων ανατροπή ενός μετασχηματισμού, ο νόμος προβλέπει ελάχιστες περιπτώσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακύρωση έναν ήδη συντελεσθέντα μετασχηματισμό. Οι περιπτώσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:

- Αν δεν υπάρχει έγκριση (της Γ.Σ., της συνέλευσης των εταίρων ή των εταίρων) κάποιας εκ των εταιρειών που μετείχαν στον μετασχηματισμό.

- Αν η απόφαση της έγκρισης είναι ανυπόστατη, άκυρη ή ακυρώσιμη. 

Την ακύρωση του μετασχηματισμού κηρύσσει το δικαστήριο μετά από αίτηση μετόχου ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, και πιστωτή. Πάντως, ο μετασχηματισμός δεν ακυρώνεται, εφόσον το ελάττωμα θεραπευτεί μέχρι τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του δικαστηρίου (π.χ. εγκριθεί ο μετασχηματισμός με μεταγενέστερη απόφαση της Γ.Σ. της εταιρείας που μετείχε στον μετασχηματισμό), ενώ προς το σκοπό αυτό μπορεί και το ίδιο το δικαστήριο να τάξει εύλογη προθεσμία. Σε κάθε δε περίπτωση, το δικαστήριο μπορεί να μην ακυρώσει τον μετασχηματισμό, εφόσον κρίνει ότι αυτό θα ήταν δυσανάλογο σε σχέση με το ελάττωμα της απόφασης της εταιρείας ή των εταιρειών που μετείχαν στον μετασχηματισμό. Στην περίπτωση αυτή, ο αιτών την ακύρωση του μετασχηματισμού θα μπορεί να αξιώσει αποκατάσταση της ζημίας που τυχόν υπέστη. 

Εκείνο που ρητά διευκρινίζεται στον νόμο είναι ότι ο μετασχηματισμός δεν μπορεί να ακυρωθεί για τον λόγο ότι η σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών δεν είναι δίκαιη και λογική. Συνεπώς, ο μέτοχος που βρέθηκε μετά τον μετασχηματισμό με πολύ μικρότερη αξία μετοχών σε σχέση με εκείνη των μετοχών που κατείχε πριν τον μετασχηματισμό, δεν μπορεί να ζητήσει την ακύρωση του μετασχηματισμού, αλλά μόνον αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη.

5. Συμπερασματικά

Ο νέος νόμος για το δίκαιο των εταιρικών μετασχηματισμών θέτει ένα σαφές πλέον πλαίσιο για τους δυνατούς μετασχηματισμούς και τις προϋποθέσεις υλοποίησής των, ενώ περιέχει σαφείς διατάξεις για την προστασία όλων των εμπλεκόμενων μερών, μετόχων και πιστωτών, αλλά και για την ευθύνη των διοικούντων έκαστη εταιρεία σε περίπτωση υπαίτιας πρόκλησης ζημίας στους τελευταίους. Ο προσανατολισμός δε του νόμου είναι στην εξασφάλιση της διενέργειας του μετασχηματισμού, ο οποίος στην πράξη, εφόσον συντελεσθεί, πάρα πολύ δύσκολα θα μπορεί να ανατραπεί. Έτσι, προβλέπεται να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο, σε συνδυασμό με τα παρεχόμενα με άλλα νομοθετήματα φορολογικά κίνητρα, για τον σχηματισμό ισχυρών οικονομικών μονάδων που θα στηρίξουν την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. 

 
 
 

EST 1983
Καρνεάδου 38 - Καρνεάδου 41 - Κολωνάκι 106 76 Αθήνα   Τ:(+30)210-7231076 F:(+30)210-7231075   lawoffice@yiannatsis.gr