Yiannatsis & Partners Logo
Καρνεάδου 38 - Καρνεάδου 41 Αθήνα, 210-7231076

Ελληνικά  |  English

Linkedin
 
 
   
orbit image 1
 

Νέα




Ιούνιος 2022 - Έκδοση της υπ’ αριθμ. 78/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου- Ακύρωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και πλειστηριασμού ακινήτου – Παράλειψη Εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων να κοινοποιήσει στους οφειλέτες τα πλήρη κείμενα των συμβάσεων μεταβίβασης από τον αρχικό δανειστή στην Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων

Εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 78/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία ακυρώθηκαν αφενός η ένδικη επιταγή προς πληρωμή, αφετέρου η ένδικη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης δηλαδή επί τη βάσει των οποίων επισπευδόταν αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου εις βάρος εντολέων μας. Η ως άνω απόφαση, δέχθηκε ότι η επισπεύδουσα την εκτέλεση εταιρία ουδέποτε κοινοποίησε στους οφειλέτες και εντολείς μας, ολόκληρη τη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αλλά μόνο την περίληψη αυτής, όπως δημοσιεύθηκε στο ειδικά τηρούμενο προς τούτο δημόσιο βιβλίο, κρίνοντας παράλληλα ότι  ούτε η συγκοινοποίηση του αποσπάσματος από το παράρτημα που έχει επισυναφθεί στην περίληψη της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αρκεί, δεδομένου του ότι από τα στοιχεία του αποσπάσματος αυτού του παραρτήματος εξακολουθεί να μην θεραπεύεται η έλλειψη γνωστοποίησης στους εντολείς των όρων της σύμβασης μεταβίβασης.

Ειδικότερα, έκρινε τα κάτωθι: «Προκύπτει ωστόσο ότι η επισπεύδουσα την εκτέλεση εταιρία ουδέποτε κοινοποίησε στους ανακόπτοντες ολόκληρη τη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, από την τρίτη των καθ’ ών η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι δανείστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, στη δεύτερη των καθ’ ων η ανακοπή και πρόσθετοι λόγοι,  αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, την οποία επικαλείται στην ένδικη επιταγή προς εκτέλεση, στο πρωτότυπο ή σε επίσημο αντίγραφο αυτής, αλλά μόνο την περίληψη αυτής, όπως δημοσιεύθηκε στο ειδικά τηρούμενο προς τούτο δημόσιο βιβλίο. Ούτε άλλωστε αρκεί η συγκοινοποίηση του αποσπάσματος από το παράρτημα που έχει επισυναφθεί στην περίληψη της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, από το οποίο προκύπτει ότι μεταξύ άλλων, μεταβιβάστηκε και η ένδικη απαίτηση της τρίτης των καθ’ ών η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι, δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, στην δεύτερη των καθ’ ών η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι, αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, δεδομένου του ότι από τα στοιχεία του αποσπάσματος αυτού του παραρτήματος εξακολουθεί να μην θεραπεύεται η έλλειψη γνωστοποίησης στους ανακόπτοντες των όρων της σύμβασης μεταβίβασης. Η παράλειψη αυτή έχει ως συνέπεια σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 925 ΚΠολΔ, να μην μπορεί ο ειδικός διάδοχος του δικαιούχου να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, η επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμοποιούν και μάλιστα δίχως την απαίτηση δικονομικής βλάβης του καθ’ ού η κατάσχεση, η οποία ωστόσο είναι προφανής στην προκείμενη περίπτωση, καθώς οι ανακόπτοντες αδυνατούν να ελέγξουν την ύπαρξη όρων, που ενδεχομένως περιέχουν ποσοτικούς ή χρονικούς περιορισμούς αναφορικά με την μεταβίβαση ή την δικαστική επιδίωξη της απαίτησης, αιρέσεις σχετικά με αυτή, ακόμα και να ελέγξουν τα εξωτερικά στοιχεία νομιμότητας της σύμβασης μεταβίβασης. Ας σημειωθεί ότι η απαίτηση κοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων του επισπεύδοντος, στον καθ’ ού η εκτέλεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης και στην σελίδα του παραρτήματος, που αφορά στην εκάστοτε επισπευδόμενη απαίτηση και όχι σε ολόκληρο το παράρτημα της σύμβασης, στο οποίο αναφέρονται ατομικά στοιχεία όλων των απαιτήσεων , που μεταβιβάζονται, των ασφαλειών αυτών κ. α (…).  Σε κάθε περίπτωση δε ακόμα και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν το περιεχόμενο του εντύπου δημοσίευσης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων να αποτελεί ταυτόχρονα και το ελάχιστο αναγκαίο υλικό που συγκοινοποιείται στον καθ’ ού η εκτέλεση προς ενημέρωσή του, για την επιγενόμενη ειδική διαδοχή, τότε το περιεχόμενο του εντύπου θα πρέπει να περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία, που αναφέρονται στις διατάξεις του ν. 2844/2000 και στην ισχύουσα, ανάλογα με τον χρόνο δημοσίευσης της σύμβασης, υπουργική απόφαση»




Ιούνιος 2022 - Ακύρωση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμού ακινήτων

Εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 395/2022 και 396/2022 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών δυνάμει των οποίων διατάσσεται η ακύρωση δύο επιταγών προς πληρωμή και των σκοπούμενων βάσει αυτών πλειστηριασμών δύο αντίστοιχων (έκαστου πλειστηριασμού) ακινήτων. Δικαιολογητική βάση της ακύρωσης ήταν η πλημμελής διενέργεια της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης από μεριάς του ειδικού διαδόχου του δανειστή (Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων - fund) και ιδίως του εκπροσώπου του (Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων), και συγκεκριμένα, η μη εκ μέρους τους απόδειξη κατά τις ειδικές επιταγές που θέτει ο νόμος με το άρθρο 925ΚΠολΔ της νομιμοποίησής τους, ήτοι της υπεισέλευσής της Εταιρείας Απόκτησης στη θέση του αρχικού δανειστή (Τράπεζα). Ειδικότερα, η Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων παρέλειψε να κοινοποιήσει στους οφειλέτες τα πλήρη κείμενα των συμβάσεων μεταβίβασης των υπό κρίση απαιτήσεων από τον αρχικό δανειστή στην Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων. Έτσι, όμως, δεν προκύπτει κατά τις ειδικές επιταγές του άρθρου 925ΚΠολΔ η νομιμοποίησή της, αφού δεν αποδεικνύεται η ίδια η μεταβίβαση της απαίτησης. Συνεπώς, οι τελεσθείσες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και όσες εξαρτώνται από αυτές είναι άκυρες. 




Μάιος 2022 - Παράσταση προς υποστήριξη κατηγορίας για παραβίαση δικαστικής απόφασης για ζητήματα που αφορούν τη γονική μέριμνα - καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών

Ο εντολέας μας άσκησε έγκληση στην πρώην σύζυγό του, αμέσως μόλις ενημερώθηκε έπειτα από λήψη σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας για την εισαγωγή του παιδιού τους στο νοσοκομείο για δηλητηρίαση από κατάποση τσιγάρων. Το γεγονός αυτό δολίως είχε αποκρυφθεί από την κατηγορούμενη, παρά το γεγονός ότι η καθημερινή υποχρέωση ενημέρωσης για την γενική κατάσταση υγείας του τέκνου τους, μέσω μηνυμάτων ή τηλεφωνικώς ήταν υποχρεωτική βάσει της ισχύουσας απόφασης σχετικά με τη ρύθμιση της επικοινωνίας και της γονικής μέριμνας. Από τα μεταξύ τους μηνύματα προέκυπτε η μη ενημέρωση του εντολέα μας, καθώς του ανέφερε ότι το παιδί παίζει, τρώει και κάνει τα πρώτα βήματα. Από το περιεχόμενό τους όμως μπορούσαν να τεθούν και αρκετές αμφιβολίες, ζητήματα τα οποία έθεσε η κατηγορούμενη, πλην όμως αντικρούσθηκαν. Από την άλλη, ο πολιτικώς ενάγων και η αυτόπτης μάρτυρας κατηγορίας ανέφεραν με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά χωρίς να πέσουν σε αντιφάσεις. Από την πλευρά της κατηγορούμενης ετέθη ο ισχυρισμός ότι πέραν από τα μηνύματα αυτά, στα οποία δεν αναγραφόταν που βρισκόταν το παιδί, ενημέρωσε τον πολιτικώς ενάγοντα και τηλεφωνικά.

 

Τελώντας εν γνώσει του ισχυρισμού αυτού και με δεδομένο ότι προηγούμενη αίτησή μας για λήψη εισαγγελικής παραγγελίας σχετικά με την αναλυτική κίνηση λογαριασμού του εντολέα μας για τις ημέρες αυτές είχε απορριφθεί, αιτηθήκαμε γραπτώς την αναβολή της διαδικασίας προκειμένου επιμέλεια της κατηγορούμενης ή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Γιαννιτσών.. Κατά τις αγορεύσεις, από την πλευρά μας επισημάνθηκε ότι η κατηγορούμενη είχε τη δυνατότητα και κατά την προκαταρκτική εξέταση και κατά τις συμπληρωματικές εξηγήσεις της αλλά και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης να προσκομίσει τις κλήσεις αυτές. Αντιθέτως, όχι μόνο δεν το έπραξε αλλά σιώπησε επί του ζητήματος αυτού. Σε αντίθετη με την κατηγορούμενη όμως καταδείχθηκε ότι ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας, όντας βέβαιος για τη μη ύπαρξη τέτοιων κλήσεων προσπάθησε με κάθε νόμιμο τρόπο να λάβει αντίγραφο των κλήσεών του. Αφού λοιπόν καταδείχθηκε από την πλευρά μας  η στάση της κατηγορούμενης, η οποία δε συνάδει με την δικαστηριακή πρακτική κατά την οποία ε΄΄είναι αδιανόητο ο κατηγορούμενος να μπορεί να αποδείξει περίτρανα την αθωότητά του και να μην το πράττει, αλλά αντιθέτως να σιωπά, εν συνεχεία συνδυαστικά με τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας που καταδεικνύουν την  ενοχή της κατηγορουμένης, τέθηκε ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο απορρίπτοντας σιωπηρά την αίτηση αναβολής έχει αποκτήσει δικανική πεποίθηση, η οποία επουδενί μπορεί να καταλήγει σε αθώωση. Ειδικότερα, τέθηκε ότι το δικαστήριο  κατά την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων υποχρεούται να λάβει υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, από τα οποία προέκυπτε η ενοχή της, αλλά και καταδείχθηκε ότι η αθωότητα της κατηγορούμενης σε συνδυασμό με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής για κρείσσονες πλήττει ουσιαστικά τα δικαιώματα υπεράσπισης του παριστάμενου προς υποστήριξη κατηγορίας. Από την άλλη, η υπεράσπιση ουδεμία αναφορά έκανε στην δυνατότητα ης κατηγορούμενης να προσκομίσει τις κλήσεις αυτές, προσπαθώντας να αποπροσανατολίσει και εμμένοντας σε περιστατικά τα οποία και αληθώς υποτιθέμενα ουδεμία σχέση είχαν με την παρούσα υπόθεση, αναφέροντας όλως αορίστως ότι είχε υπάρξει ενημέρωση.

 

Βάσει των ανωτέρω, αποδείχθηκε η πλήρωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της κατηγορούμενης, η οποία δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της απορρέουσες από απόφαση, παραπλάνησε τον παριστάμενο προς υποστήριξη κατηγορίας και πρόβαλλε αναληθείς ισχυρισμούς, προσβάλλοντας πρωτίστως την πολιτειακή εξουσία και δευτερευόντως τα δικαιώματα του παριστάμενου προς υποστήριξη κατηγορίας που προστατεύονται βάσει αυτής. Κατ’ επέκταση, η κατηγορούμενη, με ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗ Εισαγγελική Πρόταση κηρύχθηκε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο αυθημερόν και σε δημόσια συνεδρίαση ΕΝΟΧΗ για το αδίκημα του αρ. 169 Α ΠΚ.




Μάιος 2022 - Έκδοση της υπ αριθ. 1565/2022 ΑΠ Ζ' Μον Πλημ/κείου Αθηνών: Εφαρμογή της διάταξης του αρ. 469 ΚΠΔ στα αδικήματα του αρ. 66 ΚΦΔ (αδικήματα φοροδιαφυγής): Στην περίπτωση αυτή, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του αρ. 25 παρ. 1 α Ν. 1882/1990 και η πράξη καθίσταται ανέγκλητη.

Κατόπιν σχετικής βεβαίωσης οφειλών του εντολέα μας στην αρμόδια ΔΟΥ, για χρέη που αφορούν ΦΠΑ και λοιπές προσαυξήσεις και τόκους άνω των 100.000€, η καταβολή των οποίων καθυστέρησε πέραν των 4 μηνών και ως εκ τούτου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε αυτόν για φερόμενη παράβαση της διάταξης του αρ. 25 παρ. 1 α Ν. 1882/1990, όπως αντικ με αρ. 20 Ν. 4321/2015 και τροπ. Με αρ. 71 παρ. 2 Ν. 4174/2013, το οποίο προστέθηκε με αρ. 8 Ν. 4337/2015.Κατά τη διαδικασία επί του ακροατηρίου προσκομίσθηκε και αναπτύχθηκε προφορικά ο αυτοτελής μας ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο οι ως άνω παραβάσεις εμπίπτουν στις τυποποιούμενες παραβάσεις του αρ. 66 ΚΦΔ και ως εκ τούτου δεν πρέπει να εφαρμοσθεί η ως άνω διάταξη, υπό της οποίας ασκήθηκε η ποινική του δίωξη, διότι η εφαρμογή της οδηγεί στο άτοπο της διπλής αξιολόγησης των αξιόποινων φορολογικών παραβάσεων, όπως άλλωστε έγινε δεκτό στην αιτιολογική έκθεση του ισχύοντος ΠΚ, δυνάμει του οποίου τέθηκε σε ισχύ και η μεταβατική διάταξη του αρ. 469 ΠΚ. Σύμφωνα με την διάταξη αυτή δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου χρέη που - μεταξύ άλλων- τυποποιούνται στο αρ. 66 ΚΦΔ. Ως εκ τούτου, τέτοια χρέη αποκλείονται από την αντικειμενική υπόσταση του αρ. 25 Ν. 1882/1990 και η πράξη καθίσταται ανέγκλητη. Εν προκειμένω λοιπόν προτάθηκε, η εφαρμογή της διάταξης αυτής ως ευμενέστερης διάταξη. Για το λόγο αυτό ζητήσαμε την απαλλαγή του από την αποδιδόμενη κατηγορία. Υπό τα ως άνω διαλαμβανόμενα, ο ισχυρισμός μας έγινε δεκτός και προτάθηκε από την αξιότιμη κυρία Εισαγγελέα η απαλλαγή του εντολέα μας από κάθε κατηγορία και ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε αυτόν αθώο για κάθε πράξη.




Μάιος 2022 - Ακύρωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης με την οποία επισπευδόταν πλειστηριασμός ακινήτου – Μη συνδυαστική εφαρμογή του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων και του ν. 4354/2015 για την διαχείριση των «κόκκινων» δανείων

Εκδόθηκε όλως προσφάτως η υπ’ αριθμ. 51ΕΙΔ/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία ακυρώθηκαν αφενός η ένδικη επιταγή προς πληρωμή, αφετέρου η ένδικη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης δηλαδή επί τη βάσει των οποίων επισπευδόταν αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου εις βάρος εντολέως μας. Αναλυτικότερα, η ως άνω απόφαση δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμο τον πρώτο προβαλλόμενο λόγο της ανακοπής μας, σύμφωνα με τον οποίο αιτούμασταν την αναγνώριση του ανυποστάτου, άλλως την ακύρωση, των ένδικων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης διενέργειάς τους από την φερόμενη ως διαχειρίστρια των ένδικων απαιτήσεων εταιρεία.

Πιο συγκεκριμένα, ενώ η μεταβίβαση των φερόμενων απαιτήσεων της τράπεζας προς την εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων (fund) εναντίον της εντολέως μας είχε πραγματοποιηθεί με χρήση του νόμου για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ν. 3156/2003), νόμος που θέτει ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο εξουσιών στον διαχειριστή της απαίτησης, μέσα στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται και η δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεων, η φερόμενη ως διαχειρίστρια της απαίτησης εταιρεία (servicer), κάνοντας χρήση του θεσμικού πλαισίου του ν. 4354/2015, εμφάνιζε τον εαυτό της ως μη δικαιούχο-μη υπόχρεο διάδικο, επικαλούμενη ότι βάσει του ανωτέρω πλαισίου (του ν. 4354/2015) νομιμοποιείται ενεργητικά να επιδιώκει ακόμα και δικαστικά (με την διενέργεια δηλαδή ακόμα και πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι κατάσχεση και πλειστηριασμό) την είσπραξη των φερόμενων απαιτήσεων της εταιρείας απόκτησης απαιτήσεων, για λογαριασμό της οποίας φερόταν να ενεργεί.

Μετά από ενδελεχή ανάλυση του θεσμικού πλαισίου, της θεωρίας και της νομολογίας, την παραπάνω άκρως εσφαλμένη θέση της επισπεύδουσας απέκρουσε με πλήρη, εκτενή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η ως άνω, υπ’ αριθμ. 51ΕΙΔ/2022, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ακυρώνοντας τις προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, αποφαινόμενη ότι «στην ελληνική έννομη τάξη υφίστανται δύο νομικά εργαλεία για τη ρύθμιση των εξυπηρετούμενων ή μη δανείων, τα οποία παρά την ύπαρξη ομοιοτήτων, διαφοροποιούνται εγγενώς ως προς το σκοπούμενο αποτέλεσμα, καθώς και τους επιμέρους όρους και προϋποθέσεις, ώστε, καίτοι προβλέπεται η παράλληλη ισχύς τους στο Ελληνικό δικαιϊκό σύστημα, να μην είναι δυνατή η σωρευτική εφαρμογή τους…». Περαιτέρω, συνεχίζει στο σκεπτικό της η ως άνω απόφαση, «δοθέντος: 1) Ότι η μεταβίβαση απαιτήσεων από την αρχική δανείστρια εταιρεία προς την εταιρεία ειδικού σκοπού ‘…’ διέπεται από το ν. 3156/2003 περί ‘τιτλοποίησης επιχειρηματικών απαιτήσεων’ (άρθρο 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003) και συνακόλουθα από το ίδιο νομοθετικό καθεστώς διέπεται και η από 17.07.2020, μετά των διαδοχικών συμφωνητικών παρατάσεων της διάρκειάς τους, ως εκτίθεται ανωτέρω, σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων προς την καθ’ ης η ανακοπή, 2) ότι δεν δύναται να εφαρμοστεί ο ν. 4354/2015 και συνακόλουθα οι διατάξεις περί της κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησης της εταιρείας διαχείρισης, καθόσον η μεταβίβαση απαιτήσεων, καθώς και η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών έχει χωρήσει βάσει του ν. 3156/2003, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσης, 3) ότι στο ν. 3156/2003, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης, δεδομένου ότι απαγορεύεται ρητώς η σύναψη καταπιστευτικής εκχώρησης, διέπεται από το νομικό μόρφωμα της εξουσιοδότησης προς είσπραξη και, εν αντιθέσει με τις ρυθμίσεις των άρθρων 1-3 ν. 4354/2015, δεν απονέμεται ρητώς ή εμμέσως στο πρόσωπο του διαχειριστή απαιτήσεων η ιδιότητα του μη δικαιούχου/μη υπόχρεου διαδίκου, 4) ότι στο ημεδαπό δικονομικό δίκαιο δεν αναγνωρίζεται η δυνατότητα συμβατικής θεμελίωσης της κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησης του μη δικαιούχου/μη υπόχρεου διαδίκου, παρά πρέπει να προβλέπεται και ρητή διάταξη νόμου, γεγονός που δεν επισυμβαίνει στην περίπτωση του ν. 3156/2003 και 5) ότι η ελληνική έννομη τάξη αποκρούει στο δικονομικό χώρο και ιδίως στην διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης το θεσμό της εκούσιας αντιπροσώπευσης, συνάγεται ότι η καθ΄ης η ανακοπή εταιρεία δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς να προβαίνει σε διαδικαστικές ενέργειες ενώπιον των δικαστηρίων, καθώς επίσης και σε ενέργειες εκκίνησης ή συνέχισης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως εν προκειμένω, στη σύνταξη και επίδοση της προσβαλλομένης επιταγής προς εκτέλεση και η επιβολή της προκείμενης κατάσχεσης, στο όνομά της και για λογαριασμό της εταιρείας απόκτησης των απαιτήσεων, στην οποία έχει μεταβιβαστεί η επίμαχη απαίτηση, μέσω του νόμου τιτλοποίησης απαιτήσεων. Τούτο καθόσον, η καθ’ ης η ανακοπή αφενός δεν τυγχάνει δικαιούχος της επίμαχης απαίτησης, για την ικανοποίηση της οποίας έχει εκκινήσει η εκτελεστική διαδικασία, αλλά, τουναντίον, της έχει ανατεθεί συμβατικά η εξουσία είσπραξης αυτής, ούτε, άλλωστε, ενεργεί υπό την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αφετέρου δε, δεν νοείται ο θεσμός της εκούσιας αντιπροσώπευσης στο ημεδαπό δικονομικό δίκαιο.».

H παραπάνω απόφαση, υιοθετώντας την παραπάνω, νομικά ορθή, θέση, δίνει ξεκάθαρη απάντηση στην καταχρηστική πρακτική των τραπεζών, των εταιρειών απόκτησης και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, οι οποίες προκειμένου να αποφύγουν την τήρηση των αυξημένων εγγυήσεων που θέτει ο νόμος 4354/2015 σχετικά με την μη χειροτέρευση της ουσιαστικής και δικονομικής θέσης του οφειλέτη (δανειολήπτη και εγγυητή), προχωρούν στην μεταβίβαση των φερόμενων απαιτήσεων με βάση τον ν. 3156/2003 περί τιτλοποίησης απαιτήσεων, στον οποίο δεν προβλέπονται αυξημένες εγγυήσεις προστασίας των οφειλετών και η υποχρέωση τήρησης του Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών, ενώ παράλληλα αξιοποιούν το πλαίσιο που θέτει ο ν. 4354/2015, ο οποίος και αποδίδει υπερεξουσίες (δικαστική επιδίωξη απαιτήσεων, κλπ.) στον φερόμενο ως διαχειριστή της απαίτησης, και όλα αυτά εις βάρος του κατά κανόνα αδύναμου μέρους, ήτοι του δανειολήπτη και του εγγυητή. Η περαιτέρω υιοθέτηση από την νομολογία της ανωτέρω ορθής νομικά θέσης, είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε ακύρωση πληθώρας πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, δεδομένου ότι στην πλειονότητά τους οι μεταβιβάσεις των απαιτήσεων από τις τράπεζες προς τις αποκτώσες εταιρείες πραγματοποιούνται με αξιοποίηση του νομοθετικού πλαισίου που θέτει ο ν. 3156/2003.      



 
 
 

EST 1983
Καρνεάδου 38 - Καρνεάδου 41 - Κολωνάκι 106 76 Αθήνα   Τ:(+30)210-7231076 F:(+30)210-7231075   lawoffice@yiannatsis.gr