Yiannatsis & Partners Logo
Καρνεάδου 38 - Καρνεάδου 41 Αθήνα, 210-7231076

Ελληνικά  |  English

Linkedin
 
 
   
orbit image 1
 

Νέα




Μάρτιος 2022 - Πτωχευτική ανάκληση δικαιοπραξίας μεταβίβασης ακινήτου που έλαβε χώρα εντός της ύποπτης περιόδου

Δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. 7/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή πτωχευτικής ανάκλησης της εντολέως μας ως πτωχευτικής πιστώτριας. Δυνάμει της εν λόγω απόφασης, ανακλήθηκε η μεταβίβαση οριζόντιας ιδιοκτησίας, στην οποία προέβη ο οφειλέτης της, ο οποίος ήταν εργολάβος και τόσο ο ίδιος όσο και η εταιρεία του έχουν κηρυχθεί πλέον σε κατάσταση πτώχευσης. Ειδικότερα, στην συγκεκριμένη υπόθεση, παρότι η εντολέας μας είχε καταβάλει στον εν λόγω εργολάβο το σύνολο του τιμήματος, προκειμένου να αγοράσει δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, εκείνος μεταβίβασε την μία εξ αυτών σε μία εταιρεία προς πληρωμή ληξιπρόθεσμης οφειλής του. Το Δικαστήριο, ωστόσο, έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς μας ότι η συγκεκριμένη μεταβίβαση, η οποία έλαβε χώρα εντός της ύποπτης περιόδου, αποτέλεσε ανώμαλη πληρωμή ληξιπρόθεσμου χρέους της πτωχεύσασας εταιρείας (αφού αντί για καταβολή μετρητών μεταβιβάστηκε η οριζόντια ιδιοκτησία) και υπάγεται στις πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης που προβλέπονται στον Πτωχευτικό μας Κώδικα. Διέταξε συνεπώς την ανάκληση της εν λόγω μεταβίβασης, ώστε να μπορέσει, στη συνέχεια, η συγκεκριμένη οριζόντια ιδιοκτησία να καταλήξει στην πτωχευτική περιουσία και να καταστεί εφικτή η ικανοποίηση της εντολέως μας.Παράλληλα, η εντολέας μας κινήθηκε και σε ποινικό επίπεδο εναντίον του συγκεκριμένου εργολάβου, ο οποίος με την υπ' αριθ. 337/2022 απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων καταδικάστηκε για κακουργηματική απάτη σε ποινή κάθειρξης επτά ετών (με συνολική ζημία της παθούσας ύψους 1.005.000 ευρώ), απορριφθείσης της σχετικής έφεσής του.




Μάρτιος 2022 - Αναστολή διεξαγωγής πλειστηριασμού κατόπιν αποδοχής αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στο πλαίσιο ασκηθείσας έφεσης

Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1221/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή αίτηση εντολέως μας για την αναστολή της - επισπευδόμενης από εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του ν. 4354/2015 - εις βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης και, συγκεκριμένα, της διενέργειας πλειστηριασμού επί ακινήτου ιδιοκτησίας της, ο οποίος επρόκειτο να διενεργηθεί δύο μόλις ημέρες αφότου δημοσιεύθηκε η ως άνω απόφαση. Η αίτηση αναστολής κατατέθηκε στο πλαίσιο έφεσης που είχε ασκηθεί προς ακύρωση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ά. 937 του ΚΠολΔ ως ίσχυε προ των αλλαγών που επέφερε ο ν. 4842/2021 στον ΚΠολΔ, και πλέον ά. 938 του ΚΠολΔ), το οποίο είχε απορρίψει την ανακοπή της εντολέως μας κατά της επιταγής προς πληρωμή και της κατασχετήριας έκθεσης, επί των οποίων στηριζόταν ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός. Ανάμεσα στους λόγους έφεσης που έχουν προβληθεί και επηρέασαν την κρίση του δικαστηρίου συγκαταλέγεται και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικά με την έλλειψη κύρους της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, η οποία κοινοποιήθηκε σε διεύθυνση που δεν συνιστούσε πλέον κατοικία της καθ' ης η εκτέλεση εντολέως μας κατά τον χρόνο της επίμαχης επίδοσης, παρά το γεγονός ότι η μεταβολή της διεύθυνσής της είχε πολλάκις γνωστοποιηθεί στην επισπεύδουσα εταιρεία μέσω εξώδικων δηλώσεων και κατατεθειμένων δικογράφων, γεγονός που καθιστά την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης ανυπόστατη και οδηγεί στην ακυρότητα της εκτελεστικής διαδικασίας χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης δικονομικής βλάβης. Για την αποδοχή της αίτησης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο πιθανολόγησε εν τέλει ότι θα ευδοκιμήσει ο λόγος της έφεσης που αφορά την εσφαλμένη εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς το ζήτημα της έλλειψης έγγραφης απόδειξης της νομιμοποίησης τηςδικαιοπαρόχου τράπεζας για την διενέργεια εκτελεστικών πράξεων λόγω της έλλειψης προσκόμισης και κοινοποίησης του CD, στο οποίο εξειδικεύονταν οι δανειακές απαιτήσεις που εκχωρήθηκαν από την αρχική δικαιούχο της απαίτησης-τράπεζα στην αγοράστρια τραπεζική εταιρεία (και του οποίου τα μέρη προέβλεψαν την ύπαρξη για σκοπούς ταυτοποίησης/αποδεικτικούς των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων), τις οποίες η αγοράστρια τραπεζική εταιρεία φέρεται να μεταβίβασε περαιτέρω σε εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων του ν. 4354/2015. Η απόφαση έκρινε ειδικότερα ότι  «[.] ο εν λόγω πέμπτος λόγος ανακοπής - με τον οποίο η αιτούσα ισχυρίζεται ακυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που διενεργήθηκαν μέχρι την επιβολή κατάσχεσης στο ακίνητο ιδιοκτησίας της, λόγω μη κοινοποίησης σε αυτήν, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι την επιβολή της κατάσχεσης και την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης, των εγγράφων από τα οποία να αποδεικνύεται ότι η 4η των καθ' ων νομιμοποιείται για την έκδοση διαταγής πληρωμής ως ειδική διάδοχος [.] και ακολούθως η 3η εξ αυτών για την επίσπευση σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της 1ης των καθ' ων - ειδικής διαδόχου της 4ης, αναφορικά και με τη σε βάρος της (αιτούσας) απαίτηση, δηλαδή τα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι στις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνεται και η σε βάρος της απαίτηση - είναι πλήρως ορισμένος και περαιτέρω είναι και νόμιμος» και ότι θα οδηγήσει σε εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο πιθανολόγησε ότι η εντολέας μας θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από τον επικείμενο πλειστηριασμό του ακινήτου της, λόγω της απώλειας του μισθώματος από την ενοικίασή του, στο οποίο βασίζεται για να βιοποριστούν αυτή και τα (ενήλικα μεν αλλά σπουδάζοντα) τέκνα της, αλλά και των οριστικών καταστάσεων που θα δημιουργηθούν με τον πλειστηριασμό, οι οποίες είναι εξαιρετικά δυσχερές να επανορθωθούν, ακόμα και εάν ο τελευταίος ακυρωθεί. Συνεπεία των ανωτέρω, η διαταχθείσα αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι τον χρόνο έκδοσης απόφασης επί της ασκηθείσας έφεσης παρέχει ένα ικανό χρονικό διάστημα προστασίας στην εντολέα μας, το οποίο δύναται να αξιοποιήσει, προκειμένου να επιτύχει μια ευνοϊκή ρύθμιση των φερόμενων οφειλών της.




Μάρτιος 2022 - Αναγνώριση ακυρότητας όρων αναπροσαρμογής βασικού επιτοκίου, μεταβολής περιθωρίου προσαύξησης και υπολογισμού τόκων με βάση έτος 360 ημερών

Εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 209/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή αγωγή εντολέα μας σχετικά με την αναγνώριση της ακυρότητας καταχρηστικών γενικών όρων συναλλαγών που ενυπήρχαν σε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που είχε συνάψει με τραπεζική εταιρεία. Ειδικότερα το δικαστήριο αναγνώρισε την ακυρότητα:

α) Του όρου της αρχικής σύμβασης και πρόσθετης αυτής πράξης που παρείχε το δικαίωμα στην τράπεζα να μεταβάλει το κυμαινόμενο επιτόκιο σε περίπτωση μεταβολής του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προς την ίδια κατεύθυνση και έως το διπλάσιο της μεταβολής αυτής, κρίνοντας ότι «παρόλο που προβλέπει ως κριτήριο αναπροσαρμογής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου τις μεταβολές του παρεμβατικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, επιτρέπει στην εναγομένη να μην μειώνει το επιτόκιο της πίστωσης όταν το ως άνω επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ακολουθεί καθοδική πορεία [.] Με τη διαφύλαξη εκ μέρους της τράπεζας για τον εαυτό της της δυνατότητας να μην προβαίνει σε μείωση του συμβατικού επιτοκίου, όταν, αντίστοιχα, μειώνεται το παρεμβατικό επιτόκιο, ο πιστολήπτης ενδέχεται να αναλάβει όλους τους κινδύνους από τη δυσμενή μεταβολή του κόστους του χρήματος και την αντίστοιχη αύξηση του συμβατικού επιτοκίου, χωρίς ο κίνδυνος αυτός να αντισταθμίζεται από την ωφέλεια της μείωσης του συμβατικού επιτοκίου σε περίπτωση ευνοϊκής μεταβολής του κόστους του χρήματος. Έτσι, όμως, διαταράσσεται σημαντικά η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του πιστολήπτη, διότι με τον όρο αυτό η εξάρτηση του επιτοκίου από τις εκάστοτε συνθήκες στην αγορά αναχρηματοδότησης μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε όφελος της τράπεζας, κατά παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 2 παρ. 6 και 7 περ. ε του ν. 2251/1994 [.]». β) Του όρου μεταγενέστερης πρόσθετης πράξης που εξαρτούσε την αναπροσαρμογή του συμβατικού επιτοκίου από τη στάθμιση του κόστους του χρήματος, όπως διαμορφώνεται από τη διακύμανση των παρεμβατικών επιτοκίων, που ανακοινώνονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το επιτόκιο EURIBOR, τη διακύμανση του πληθωρισμού, τον γενικό και ειδικό πιστωτικό κίνδυνο και διάφορους άλλους παράγοντες, κρίνοντας ότι «παραβιάζεται η υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των ΓΟΣ, διότι [.] δεν διατυπώνεται κατά τρόπο ευκρινή η μέθοδος και τα κριτήρια με βάση τα οποία η τράπεζα διαμορφώνει το κυμαινόμενο επιτόκιο της σύμβασης [.] Ως εκ τούτου, με τον όρο αυτό επέρχεται σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή [.]». γ) Του όρου της ως άνω πρόσθετης πράξης, δυνάμει του οποίου η τράπεζα μπορούσε να αναπροσαρμόζει το περιθώριο προσαύξησης του επιτοκίου κατόπιν αξιολόγησης των οικονομικών στοιχείων του πιστούχου, του πιστωτικού κινδύνου και της συνεργασίας του με την ίδια, κρίνοντας ότι «εμφανίζει αοριστία, αφού επιτρέπει στην προμηθεύτρια Τράπεζα - εναγόμενη να προσδιορίζει οποτεδήποτε συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή πελάτη, εν προκειμένω τον ενάγοντα, κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή, πράγμα που οδηγεί στη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών». δ) Του όρου της αρχικής σύμβασης περί υπολογισμού των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, κρίνοντας ότι δημιουργεί «μια πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή - δανειολήπτη [.] χωρίς αυτή η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας». Περαιτέρω, προς κάλυψη του κενού που δημιουργήθηκε εξαιτίας της ακυρότητας των ανωτέρω όρων, το δικαστήριο προέβη σε συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης, έτσι ώστε, αφενός, το συμβατικό επιτόκιο να μεταβάλλεται, εφόσον υπάρξει μεταβολή του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, «προς την ίδια κατεύθυνση (αύξηση ή μείωση) αντίστοιχα και κατά το ύψος της μεταβολής αυτής (ισόποσα)» και, αφετέρου, η χρονική βάση υπολογισμού των τόκων να είναι ο λόγος των πραγματικών ημερών προς το έτος των 365 ημερών. Η κατά τα ως άνω συμπλήρωση της σύμβασης έχει ως συνέπεια την εφαρμογή χαμηλότερων επιτοκίων σε σύγκριση με εκείνα που μέχρι σήμερα εφαρμόζονταν στο πλαίσιο της επίμαχης πίστωσης και την αναδιαμόρφωση του οφειλόμενου εκ μέρους του εντολέα μας ποσού σε ύψος πολύ μικρότερο από αυτό που υπολογίζει η τράπεζα.




Μάρτιος 2022 - Υπ' αριθμ. 68/2022 Αθωωτική απόφαση του τριμελούς πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών

Κατόπιν σχετικής μήνυσης της πρώην συζύγου του, ο εντολέας μας ,ο οποίος βρισκόταν στην οικία της πρώην συζύγου του, προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο του, συνελήφθη με την αυτόφωρη διαδικασία, για παραβίαση των διατάξεων περί ενδοοικογενειακής βίας (αρ. 6 Ν. 3500/2006). Αφέθηκε ελεύθερος και του ασκήθηκε ποινική δίωξη. Ειδικότερα, φερόταν ότι τέλεσε απλή σωματική βλάβη εις βάρος της πρώην συζύγου του, χτυπώντας την με την πόρτα στο σώμα , προκαλώντας τις αμυχές.

Κατά τη διαδικασία επί του ακροατηρίου προσκομίσθηκε από την μηνύτρια και υποστηρίζουσα την κατηγορία, βεβαίωση δημόσιου νοσοκομείου, από το οποίο προέκυπτε η ύπαρξη εκδορών. Τους ίδιους ισχυρισμούς περί τέλεσης του ως άνω αδικήματος ανέπτυξε η μηνύτρια και ο μάρτυρας της. Από την πλευρά μας, κλητεύθηκε ως μάρτυρας, πρόσωπο με ειδικές γνώσεις κατά το άρθρο 203 ΚΠΔ και ειδικότερα ιατρός με ειδικότητα στην ιατροδικαστική.

Κατά την ακροαματική διαδικασία προέκυψε ότι το ως άνω έγγραφο δεν πληροί τις προϋποθέσεις μια ιατροδικαστικής γνωμάτευσης, καθώς δεν προέκυψε με σαφήνεια ο χρόνος, ο τρόπος και ο τόπος τέλεσης και το πλήθος των εκδορών. Επιπλέον, από την κατάθεση των μαρτύρων και κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα με ειδικές γνώσεις προέκυψε ότι οι εκδορές, δεν θα μπορούσαν να επέλθουν με τον τρόπο που κατηγορούνταν ο εντολέας μας. Θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ο φερόμενος τρόπος τέλεσης και οι φερόμενες βλάβες δεν τελούν σε σχέση αιτίου αιτιατού, όπως αποδεικνύεται ευχερώς από τα πορίσματα της ιατροδικαστικής επιστήμης. Ως εκ τούτου, το δικαστήριο δεν πείσθηκε για την πλήρωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω αδικήματος και κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από κάθε κατηγορία.




Μάρτιος 2022 - Απόφαση Πρωτοδικείου Αθηνών περί Ακύρωσης Πράξης Διενέργειας Αναπλειστηριασμού

Εκδόθηκε προσφάτως η υπ’ αριθμ. 104/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε Πράξη Διενέργειας Αναπλειστηριασμού, με την οποία η επιληφθείσα τον πλειστηριασμό υπάλληλός του-συμβολαιογράφος, επιχειρούσε να επανεκκινήσει την διαδικασία πλειστηριασμού (αναπλειστηριασμός) εις βάρος εντολέα μας, υπερθεματιστή του αρχικού πλειστηριασμού. Αναλυτικότερα, ο εντολέας μας αρχικώς αναδείχθηκε ως υπερθεματιστής σε διενεργηθέντα πλειστηριασμό ακινήτου (καταστήματος), το οποίο επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει ως επαγγελματική στέγη. Κατόπιν του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, στον οποίο πλειοδότησε υπό την πίεση του χρόνου, καθότι το εν λόγω ακίνητο εμφανιζόταν ως πραγματική ευκαιρία για τον σκοπό που το προόριζε, ανέθεσε στο γραφείο μας την διενέργεια του νομικού ελέγχου προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταβίβασης. Κατόπιν όμως του ελέγχου που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο βάραιναν πλείστα νομικά ελαττώματα, μεταξύ των οποίων ήταν και ότι αυτό (το ακίνητο) δεν μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής διαιρεμένης (οριζόντιας) ιδιοκτησίας, καθότι βρισκόταν ακόμη υπό ανέγερση (στα μπετά), κατά συνέπεια δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μεταβίβασης μέσω του πλειστηριασμού, καθώς ο τρίτος καθ’ ων η εκτέλεση/πλειστηριασμός οφειλέτης δεν ήταν πράγματι κύριος αυτού, παρά είχε μόνο δικαίωμα προσδοκίας (θα αποκτούσε δηλαδή την κυριότητα του ακινήτου όταν θα ολοκληρωνόταν η ανέγερσή του). Παρά το γεγονός όμως ότι ο εντολέας μας προέβη σε νόμιμη υπαναχώρηση από τον ως άνω πλειστηριασμό λόγω ύπαρξης νομικού ελαττώματος του ακινήτου, η επιληφθείσα τον πλειστηριασμό συμβολαιογράφος, θεώρησε την δοθείσα από τον εντολέα μας για την συμμετοχή στον πλειστηριασμό εγγυοδοσία ως καταπτωθείσα, και επιχείρησε με Πράξη Διενέργειας Αναπλειστηριασμού την εκ νέου εκπλειστηρίαση του ακινήτου εις βάρος του. Αποτέλεσμα αυτής της πράξεως, εφόσον τελικώς δεν ακυρωνόταν, θα ήταν η οριστική απώλεια της δοθείσας εγγυοδοσίας από τον εντολέα μας-υπερθεματιστή του αρχικού πλειστηριασμού, ενώ περαιτέρω θα καλείτο εκείνος να καταβάλλει τυχόν διαφορά που θα προέκυπτε μεταξύ του αρχικά επιτευχθέντος (μέσω του αρχικού πλειστηριασμού) και του τελικά επιτευχθέντος (μέσω του επιχειρούμενου αναπλειστηριασμού) πλειστηριάσματος, συν το γεγονός ότι θα είχε δεσμευθεί/αφαιρεθεί ένα σημαντικό ποσό από την περιουσία του χωρίς να έχει επιτύχει τον αρχικό σκοπό του, ήτοι την απόκτηση μόνιμης επαγγελματικής στέγης. Το δικαστήριο όμως, δεχόμενο την νόμιμη και βάσιμη επιχειρηματολογία μας, δικαίωσε τον εντολέα μας, ακυρώνοντας την ως άνω Πράξη Διενέργειας Αναπλειστηριασμού. Πιο συγκεκριμένα, το δικαστήριο δέχτηκε τα εξής: «Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι υφίσταται νομικό ελάττωμα επί του επίδικου εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, δηλαδή δικαίωμα τρίτου και συγκεκριμένα, έλλειψη κυριότητας επ’ αυτού του δευτέρου των καθών και δικαίωμα συγκυριότητας επ’ αυτού των λοιπών ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών στην εν λόγω πολυκατοικία…Αφού, όμως, τόσο η επισπεύδουσα όσο και ο υπερθεματιστής αγνοούσαν την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, σύμφωνα με το άρθρο 380 ΑΚ, απαλλάσσονται και οι δύο από την παροχή και αντιπαροχή, αντίστοιχα. Έτσι, ο ανακόπτων δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει το πλειστηρίασμα και οι προαναφερόμενες πράξεις εκτέλεσης για τον αναπλειστηριασμό είναι άκυρες.». Αποτέλεσμα της ως άνω κρίσης του δικαστηρίου είναι ότι ο εντολέας μας-υπερθεματιστής του αρχικού πλειστηριασμού αποφεύγει την εις βάρος του διενέργεια αναπλειστηριασμού, γεγονός που θα είχε τις συνέπειες που αναπτύχθηκαν ανωτέρω, ενώ πλέον ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για την επιστροφή της δοθείσας από εκείνον αχρεωστήτως καταβληθείσας εγγυοδοσίας.

 



 
 
 

EST 1983
Καρνεάδου 38 - Καρνεάδου 41 - Κολωνάκι 106 76 Αθήνα   Τ:(+30)210-7231076 F:(+30)210-7231075   lawoffice@yiannatsis.gr