Κληρονομικό Δίκαιο
Το Κληρονομικό Δίκαιο αποτελεί βασικό κλάδο του Αστικού Δικαίου και ρυθμίζει τη μετά θάνατον διανομή της περιουσίας ενός προσώπου.
Το πρόσωπο είναι ελεύθερο να διανείμει την περιουσία του όπως εκείνο επιθυμεί: την ίδια σημασία που δίνει ο νομοθέτης στη βούληση του ατόμου για δικαιοπραξίες που εκδηλώνουν την ισχύ τους όσο εκείνο βρίσκεται εν ζωή, παρέχει και στη βούληση που εκφράζει θέλοντας να καθορίσει τα πρόσωπα στα οποία θα μεταβιβαστεί η περιουσία του όταν πια για εκείνο θα είναι αδύνατον να την απολαύσει.
Η ύπαρξη ιδιόγραφης – αυτή συναντάται συχνότερα, ως οικονομικότερη έναντι της συμβολαιογραφικής – διαθήκης, φαίνεται πως καθιστά ξεκάθαρη τη διευθέτηση των ζητημάτων που σχετίζονται με το τί μέλλει γενέσθαι αναφορικά με την περιουσία του διαθέτη. Ωστόσο, η πραγματικότητα απέχει αρκετά από αυτή τη διαπίστωση.
Ακριβώς επειδή μιλάμε για περιουσία, πολλές φορές θα παρεισφρύσει η επιδίωξη ορισμένων προσώπων, δικαιολογημένα ή μη, να αμφισβητήσουν τα έννομα αποτελέσματα τα οποία επιδιώκει να επιφέρει η εκάστοτε διαθήκη και να ξεκινήσουν μια δικαστική διαμάχη. Ο επιθυμών να αμφισβητήσει το κύρος μίας διαθήκης, δε θα αντιμετωπίσει ιδιαίτερες δυσκολίες στην εξεύρεση τρόπου να το κάνει:
- Προσβολή της διαθήκης ως πλαστής: είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί το ίδιο το γεγονός της σύνταξης της διαθήκης από το (φερόμενο ως) διαθέτη.
- Προσβολή του αληθούς της βουλήσεως του διαθέτη να συντάξει την εν λόγω διαθήκη: στην περίπτωση αυτή, ο επιτιθέμενος αμφισβητεί τη σοβαρότητα της θέλησης του διαθέτη να συντάξει διαθήκη (έλλειψη animus testandi). Διατυπώνεται μομφή, με άλλα λόγια, αναφορικά με το κατά πόσο ένα κείμενο – κατά τα λοιπά και εκ πρώτης όψεως, ένα κείμενο πληρούν τα αναγκαία στοιχεία της διαθήκης – θα είναι εκείνο το οποίο θα καθορίσει τη διανομή της περιουσίας του θανόντος. Για παράδειγμα, η άτακτη γραφή και η ατημέλητη όψη μίας διαθήκης θα αποτελεί σοβαρή ένδειξη έλλειψης πραγματικής βούλησης σύνταξης διαθήκης, αναλόγως βέβαια και των ιδιαίτερων περιστάσεων και ειδικών συνθηκών κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
- Όπως και σε κάθε δικαιοπραξία, η αμφισβήτηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη παραμένει ένας βασικότατος λόγος στέρησης εννόμων συνεπειών της βούληση που διατυπώνεται στη διαθήκη. Συναφής είναι και η περίπτωση της εκδήλωσης βούλησης από κατά τα λοιπά δικαιοπρακτικά πλήρως ικανό διαθέτη, πλην όμως ελαττωματικής λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής. Το περιεχόμενο μίας διαθήκης δεν ήταν το αυθεντικά ηθελημένο από το διαθέτη, αλλά είτε πλανήθηκε και έγραψε άλλα αντί εκείνων των οποίων την αποτύπωση ήθελε, είτε εξαπατήθηκε, είτε συνέταξε τη διαθήκη εν μέσω κάποιας απειλής η οποία δεν του επέτρεπε να δώσει διαφορετικό, εκείνο δηλαδή που επιθυμούσε πραγματικά ο ίδιος, περιεχόμενο στη διαθήκη.
- Προσβολή της νόμιμης μοίρας: ήδη, εθίχθη ότι ο διαθέτης μπορεί να διανείμει την περιουσία του με όποιον τρόπο εκείνος επιθυμεί. Βασική αρχή του αστικού δικαίου άλλωστε, βασικό κλάδο του οποίου αποτελεί το κληρονομικό δίκαιο, είναι ο σεβασμός στη βούληση του δικαιοπρακτούντος. Θα ήταν ανώφελο η αρχή αυτή να μη δορυφορεί την τελευταία βούληση του προσώπου, όταν εκείνος διανέμει το σύνολο εξάλλου της περιουσίας του. Αυτό διότι είναι οξύμωρο να επιφυλάσσεται πλήρης σεβασμός και μεγαλύτερη προστασία στη βούληση του προσώπου στις κατ’ ιδίαν συναλλαγές του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, και παραταύτα να μην μπορεί να καθορίσει ο ίδιος ελεύθερα όπως επιθυμεί τη διανομή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων τα οποία εν ζωή απέκτησε. Εξαιρετικά ωστόσο, και για χάρη του συνταγματικώς προστατευόμενου θεσμού της οικογενείας, ο νομοθέτης προβλέπει μία υποχρέωση του διαθέτη να αφήσει ένα ελάχιστο ποσοστό της περιουσίας του σε συγγενικά του πρόσωπα. Αν παραβεί αυτή του την υποχρέωση, τότε λέγεται ότι προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα ενός εκάστου των προσώπων αυτών. Η προστασία του θεσμού της οικογένειας, λοιπόν, έρχεται να θέσει εμπόδια στον απόλυτο σεβασμό της βούλησης του διαθέτη και να ιδρύσει, ως προς ένα ορισμένο ποσοστό της συνολικής περιουσίας, μία «αναγκαστική διαδοχή» για χάρη ενός συγκεκριμένου κύκλου προσώπων, την «οικογένεια» του διαθέτη. Στη στάθμιση αυτή, στη «διαμάχη» μεταξύ του απόλυτου σεβασμού της βούλησης του διαθέτη και της προστασίας του θεσμού της οικογένειας, προκρίθηκε η λύση μίας αμοιβαίας υποχώρησης, ώστε τελικά να συνυπάρξουν και τα δύο στοιχεία («αρχή της πρακτικής εναρμόνισης»): η βούληση του διαθέτη μόνο εν μέρει δε γίνεται σεβαστή, ώστε να αποδοθεί ένα minimum περιουσίας στην οικογένειά του, λόγω της βαρύνουσας σημασίας της.
Εξίσου συχνά συναντάται και η περίπτωση κατά την οποία υπάρχει διαθήκη, ωστόσο αυτή δεν προβλέπει τα της διανομής ορισμένων περιουσιακών στοιχείων του διαθέτει, παρά μόνο αναφέρεται σε μερικά μόνο εξ αυτών. Πρόκειται για την προβληματική που τίθεται όταν η διαθήκη δεν εξαντλεί «τον κλήρο». Σε εκείνη την περίπτωση, ο τετιμημένος (εκείνος δηλαδή ο οποίος τιμήθηκε από το διαθέτη, συμπεριλαμβάνοντας ο διαθέτης το όνομα του στη διαθήκη) θα μάχεται για τη συμπερίληψη (στη διαθήκη) και της μη διανεμηθείσας περιουσίας, ενώ ο εξ αδιαθέτου και μη τετιμημένος κληρονόμος θα επιχειρήσει να υποστηρίξει την άποψη ότι ως προς τα μη διανεμειθέντα, ταιριάζει να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Για την υποστήριξη της μίας ή της άλλης άποψης, κρίσιμη θα είναι η επισκόπηση της βούλησης του διαθέτη και η νομολογιακή έρευνα για τη λύση που έδωσαν τα δικαστήρια σε αντίστοιχες περιπτώσεις.
Μετά την αντιμετώπιση των ανωτέρω ζητημάτων που τυχόν θα τεθούν – ακόμα όμως κι αν τέτοια δεν προκύψουν – ακολουθεί μία διαδικασία διατυπώσεων και τυπικών λεπτομερειών αναγκαίων για την υπεισέλευση των κληρονομιαίων στοιχείων στην περιουσία του κληρονόμου/των κληρονόμων. Απαιτείται οι ενέργειες αυτές να ολοκληρωθούν με προσοχή και απόλυτη τυπικότητα, ώστε να μη βρεθεί ο ενδιαφερόμενος ενώπιον δυσάρεστων εκπλήξεων στο μέλλον.
Όπως συμβαίνει και με κάθε προσπόριση περιουσίας, στα της κληρονομίας, συχνότατα θα αναφύονται και ζητήματα φορολογικού δικαίου, τα οποία κάθε φορά θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά ώστε αφενός να διεκπεραιωθούν νόμιμα, αφετέρου να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση και επιμέλεια στη μέγιστη εξοικονόμηση δαπανών για τον κληρονόμο, εκμεταλλευόμενοι το σύνολο των ευεργετικών διατάξεων που κάθε φορά θα τίθενται στη διάθεση του νομικού συμβούλου.
Η δικηγορική εταιρεία παρέχει νομική υποστήριξη στο σύνολο των ανωτέρω ζητημάτων, τα οποία άρτια γνωρίζει, ώστε να παρέχει αποτελεσματική υποστήριξη τόσο στον αμυνόμενο, όσο και στον επιτιθέμενο. Ενδεικτικά, παρέχουμε υποστήριξη στη διαδικασία των δηλώσεων αποδοχής κληρονομιών, της έκδοσης κληρονομητηρίου, της δημοσίευσης διαθηκών καθώς και της άσκησης και άμυνας επί αγωγών περί κλήρου, ακύρωσης διαθήκης, προσβολής νομίμου μοίρας κτλ. Επιπλέον, αναλαμβάνουμε την διεκπεραίωση διασυνοριακών υποθέσεων κληρονομικού δικαίου με κληρονομιαία περιουσία στην αλλοδαπή/ημεδαπή (ακίνητη ή/και κινητή – τραπεζικούς λογαριασμούς κτλ.). Υποθέσεις στις οποίες εμπλέκεται κοινός λογαριασμός με συνδικαιούχους τον αποβιώσαντα και άλλα πρόσωπα, καθώς και οι όροι υπό τους οποίους έχει συμφωνηθεί αυτός να ανοίξει, απαιτούν κι εκείνες λεπτούς χειρισμούς και μεγάλη επιμέλεια αφού η απόσταση που χωρίζει τη δικαίωση από τη δικαστική ήττα, είναι πολύ μικρή και βασίζεται συνήθως σε λεπτομέρειες.
Τέλος, διαχειριζόμαστε την τακτοποίηση των φορολογικών ζητημάτων επί της κληρονομιαίας περιουσίας, εξασφαλίζοντας ότι οι κληρονόμοι θα προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες αφενός για το σύννομο της διαδικασίας, αφετέρου για την αξιοποίηση όσων απαλλαγών – περισσότερο ή λιγότερο γνωστών – προβλέπει εκάστοτε ο φορολογικός νομοθέτης.
Μερικά από τα παραπάνω όπλα συνήθως θα απουσιάζουν από τη φαρέτρα του επιτιθέμενου, όταν θα πρόκειται για δημόσια διαθήκη (συμβολαιογραφική), η οποία είναι και άκρως τυπική, λεπτομερής και συνήθως δε θα αφήνει περιθώρια για αμφισβήτηση της βούλησης και του περιεχομένου της. Αυτή η ίδια όμως τυπικότητα της δημόσιας διαθήκης, το προτέρημά της όπως αφέθηκε να εννοηθεί μόλις, αποτελεί παράλληλα και την κύρια αδυναμία της: απαιτείται τέτοια τυπικότητα και λεπτομέρεια προκειμένου να θεωρηθεί έγκυρη μία τέτοια διαθήκη, ώστε πιθανή είναι η ανεύρεση τυπικών ελαττωμάτων ικανών να οδηγήσουν τελικώς στην ακυρότητα αυτής.
Όταν, δε, ελλείψει κάποιου είδους διαθήκης, καλείται ο θεσμός της εξ αδιαθέτου διαδοχής να ρυθμίσει τα σχετικά με τη διανομή της περιουσίας που άφησε πίσω του το εκλιπόν πρόσωπο, νέα πιθανά ζητήματα προστίθενται προς επίλυση.
Δεν είναι, εξάλλου, σπάνια η αναπάντεχη εμφάνιση «διαθηκών», είτε μοναδικών είτε μεταγενέστερων της ήδη εμφανισθείσας, οι οποίες συνήθως θα ευνοούν εκείνον τον οποίον τις έφερε στην επιφάνεια. Άρτια καταρτισμένοι γραφολόγοι με τους οποίους συνεργαζόμαστε, έχουν συνεισφέρει σημαντικά στην επίλυση τέτοιου είδους υποθέσεων, υποστηρίζοντας αποτελεσματικά τα νομικά μας επιχειρήματα.