Μεταβίβαση επιχείρησης στο πλαίσιο συμφωνίας εξυγίανσης (αρ. 64 ν. 4738/2020)

Μεταβίβαση επιχείρησης στο πλαίσιο συμφωνίας εξυγίανσης (αρ. 64 ν. 4738/2020)

Ασημίνα Μανέτα, Δικηγόρος, Δικηγόρος, ΜΔΕ «Αστικό Δίκαιο & Σύγχρονες Οικονομικές Συναλλαγές»

Ι.ΓΕΝΙΚΑ 

Η μεταβίβαση μιας υπερχρεωμένης επιχείρησης μπορεί να αποτελέσει συναλλαγή με στρατηγική σημασία για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Για τον επενδυτή, συνιστά δυνατότητα απόκτησης μιας επιχειρηματικής οντότητας, η οποία, αν και επιβαρύνεται με χρέη, προσφέρεται σε ελκυστικό τίμημα και παρουσιάζει προοπτικές ανάκαμψης. Για τον οφειλέτη λειτουργεί ως μηχανισμός-διέξοδος, καθώς επιτυγχάνεται η διατήρηση της αξίας της επιχείρησης και η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών. Για τους πιστωτές, αποτελεί εργαλείο βέλτιστης αξιοποίησης της επιχειρηματικής αξίας, καθώς δημιουργεί συνθήκες αυξημένης ικανοποίησης των απαιτήσεών τους σε σχέση με τις απώλειες που συνεπάγεται μια πτωχευτική εκκαθάριση. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια διαδικασία «αναγέννησης» της επιχείρησης: εκεί όπου η επιχείρηση απειλείται με αφανισμό, η είσοδος νέου φορέα μπορεί να την επαναφέρει σε τροχιά βιωσιμότητας και ανάπτυξης.  

Μια τέτοια διαδικασία προβλέπεται στον ν. 4738/2020. Ειδικότερα, η εξυγίανση, όπως προβλέπεται στον ανωτέρω νόμο, αποτελεί προπτωχευτικό μηχανισμό που αποσκοπεί στη διατήρηση και αναδιάρθρωση βιώσιμων επιχειρήσεων μέσω συμφωνίας πιστωτών και οφειλέτη (αν και είναι δυνατή και η συμφωνία μόνον των πιστωτών-ιδ. κατωτέρω). Ο σκοπός αυτός αποτυπώνεται στο άρθρο 31 του ν. 4738/2020, το οποίο προβλέπει : «Η διαδικασία εξυγίανσης αποτελεί συλλογική προπτωχευτική διαδικασία, που αποσκοπεί στη διατήρηση, αξιοποίηση, αναδιάρθρωση και ανόρθωση της επιχείρησης με την επικύρωση της συμφωνίας που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών.». 

Η διαδικασία σύναψης συμφωνίας εξυγίανσης εκκινείται με πρωτοβουλία του οφειλέτη ή των πιστωτών, μπορεί, δε, η συμφωνία αυτή  να περιλαμβάνει διαγραφές, ρυθμίσεις οφειλών αλλά και μεταβίβαση του συνόλου ή μέρους της επιχείρησης του οφειλέτη σε τρίτο ή σε εταιρεία των πιστωτών κατά το άρθρο 39 παρ. 1 περ. δ’ του ν. 4738/2020. Συνακόλουθα, η διαδικασία της εξυγίανσης μπορεί να λάβει χώρα είτε με την διατήρηση του φορέα της επιχείρησης είτε με την μεταβίβαση της επιχείρησης (ή μέρους του ενεργητικού της) σε άλλο φορέα. Στην τελευταία περίπτωση καλείται σε εφαρμογή το άρθρο 64 του ν. 4738/2020.   

Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει η ακόλουθη επισήμανση: Στόχος της διαδικασίας εξυγίανσης δεν είναι η διάσωση του επιχειρηματία αλλά η διάσωση της επιχείρησης. Ο βαθμός στον οποίο θα διατηρηθεί ο σύνδεσμος επιχειρηματία και επιχείρησης ύστερα από μία τέτοια διαδικασία, αλλά και ο ρόλος του στον νέο φορέα ύστερα από την μεταβίβαση, θα προκύψει μέσα από τις διαπραγματεύσεις αλλά και την διάρθρωση των όρων της συμφωνίας εξυγίανσης. 

Ενδεικτικές συμφωνίες εξυγίανσης με μεταβίβαση επιχείρησης που έχουν επικυρωθεί από τα δικαστήρια και έχουν δημοσιευθεί στον τύπο, εφαρμόζοντας το άρθρο 64 του ν. 4738/2020 ή το προϊσχύσαν αυτού άρθρο 106δ’ του ν. 3588/2007, είναι οι μεταβιβάσεις των supermarkets Μαρινόπουλος, της Creta Farms, καθώς και των Ναυπηγείων Ελευσίνας — χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου μια επιχείρηση «ξαναγεννήθηκε» μέσα από μια τέτοια διαδικασία μεταβίβασης και αναδιάρθρωσης. 

ΙΙ. ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ 

Κατ’ αρχάς, οφειλέτης υπαγόμενος στην διαδικασία της εξυγίανσης και, συνακόλουθα,  του αρ. 64 ν. 4738/2020, μπορεί να είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα με κέντρο κύριων συμφερόντων του την Ελλάδα (αρ.32 παρ. 1 Ν. 4738/2020). Εξαιρούνται, δε,  τα πιστωτικά ιδρύματα και οι ασφαλιστικές εταιρείες.  

Από την άλλη πλευρά, αποκτών μπορεί να είναι μία υφιστάμενη εταιρεία ή μία εταιρεία η οποία συνίσταται από τους πιστωτές της μεταβιβαζόμενης(αρ. 64 παρ. 2 Ν. 4738/2020). Πιο συγκεκριμένα, αποκτών μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος που αποκτά την επιχείρηση καταρχήν λόγω πώλησης Οι, δε, πιστωτές μπορούν να συστήσουν εταιρεία εισφέροντας σε είδος τις απαιτήσεις τους κατά της μεταβιβαζόμενης, αποκτώντας έναντι εξόφλησης αυτών το σύνολο ή μέρος του ενεργητικού της επιχείρησης. Άλλως, η επιχείρηση μπορεί να μεταβιβαστεί σε υφιστάμενη ή νεοϊδρυόμενη εταιρεία, στην οποία μπορούν να συμμετέχουν οι πιστωτές και τρίτοι, υπό τη μορφή εισφοράς σε είδος.   

Αν αιτών είναι ο οφειλέτης-μεταβιβαζόμενη επιχείρηση τότε απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχει περιέλθει σε επαπειλούμενη ή παρούσα παύση πληρωμών ή ακόμη και μόνον σε πιθανότητα αφερεγγυότητας (αρ. 32 παρ. 1, 2 Ν. 4738/2020). Αυτό σημαίνει ότι η επιχείρηση θα πρέπει ήδη να είναι σε γενική αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων ή να πιθανολογείται ότι θα περιέλθει σε αυτή την αδυναμία όταν οι απαιτήσεις σε βάρος της καταστούν ληξιπρόθεσμες ή, απλώς, να  βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο αφερεγγυότητας, αντιμετωπίζοντας επιχειρηματικές δυσκολίες οι οποίες καταδεικνύουν την κακή εξέλιξη στις πληρωμές . Αντίθετα, αν αιτούντες είναι οι πιστωτές τότε απαιτείται παύση πληρωμών του οφειλέτη, ήτοι η μόνιμη και γενική οικονομική του αδυναμία να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του (αρ. 34 παρ. 2 Ν. 4738/2020).  

ΙΙΙ. ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ 

(Α) Στάδιο Διαπραγματεύσεων-Διαμόρφωση περιεχομένου συμφωνίας 

Στο αρχικό στάδιο της συναλλαγής, λαμβάνουν χώρα μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της συμφωνίας εξυγίανσης, επί τη βάσει, συνήθως, κάποιου επιχειρηματικού σχεδίου (business plan).  Σε αυτό το σημείο προσέγγισης των μερών δύναται να διεξαχθεί και ο απαραίτητος νομικός και οικονομικός έλεγχος της επιχείρησης (due diligence) από τον μελλοντικό  αποκτώντα και τίθενται τα θεμέλια της συναλλαγής. 

Στο πρώτο αυτό στάδιο προβλέπεται από τον νόμο (αρ. 53 ν. 4738/2020) προς διευκόλυνση των διαπραγματεύσεων και της προόδου της συναλλαγής, αλλά και προς διαφύλαξη της περιουσίας του οφειλέτη,  η δυνατότητα λήψης προληπτικών μέτρων με δικαστική απόφαση «μετά από αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή, η οποία δημοσιοποιείται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 84, εφόσον προσκομίζεται από τον αιτούντα έγγραφη δήλωση πιστωτών που εκπροσωπούν ποσοστό τουλάχιστον είκοσι τοις εκατό (20%) του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη ότι συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις για την επίτευξη συμφωνίας και συντρέχουν και οι προϋποθέσεις της επείγουσας περίπτωσης ή του επικειμένου κινδύνου κατά τις διατάξεις των άρθρων 682 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. […]». Κατά το άρθρο 53 του ν. 4738/2020 τα προληπτικά μέτρα των άρθρων 50 και 51 χορηγούνται άπαξ, δηλαδή μόνο μία φορά και μπορεί να περιλαμβάνουν την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του οφειλέτη, την απαγόρευση της διάθεσης της περιουσίας του, τον ορισμό ειδικού εντολοδόχου, την απαγόρευση καταγγελίας συμβάσεων κ.α.  Ωστόσο, η ισχύς των προληπτικών μέτρων δεν παρατείνεται επ ‘ αόριστον. Ρητά προβλέπεται στο άρ. 53 του ν. 4738/2020 ότι τα προληπτικά μέτρα που θα διατάξει το δικαστήριο ισχύουν έως την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης και σε κάθε περίπτωση για 4 μήνες. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η δυνατότητα παράτασης για ακόμη 2 μήνες του μέτρου της αναστολής των ατομικών διώξεων, υπό την ισχύ του οποίου κάθε δανειστής ατομικά δεν μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του σε βάρος του οφειλέτη, ύστερα από αίτηση η οποία πρέπει να στηρίζεται σε «δεόντως αιτιολογημένη περίσταση». Η περίσταση αυτή θα μπορούσε να είναι η πρόοδος των διαπραγματεύσεων και της κατάστρωσης του σχεδίου εξυγίανσης, ότι δεν θίγονται αδικαιολόγητα τα συμφέροντα κάποιου από τα εμπλεκόμενα μέρη, καθώς και ότι δεν έχει υποβληθεί αίτηση πτώχευσης του οφειλέτη.  

Το περιεχόμενο της συμφωνίας εξυγίανσης με μεταβίβαση επιχείρησης διαπλάθεται μέσα από τις διαπραγματεύσεις των εμπλεκόμενων μερών ενώ οριοθετείται και από το άρθρο 64 παρ. 1 του ν. 4738/2020. Η μεταβίβαση επιχείρησης στο πλαίσιο εξυγίανσης μπορεί να λάβει χώρα είτε με asset deal, με μεταβίβαση, δηλαδή, των κατ’ ιδίαν περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης στον αποκτώντα είτε με share deal, με μεταβίβαση, δηλαδή, των μετοχών της οφειλέτιδος επιχείρησης, η οποία συνεπάγεται την μεταβολή ελέγχου αυτής. Είναι επίσης δυνατή η μεταβίβαση με τις μεθόδους μετασχηματισμών του ν. 4601/2019, ιδίως με απόσχιση κλάδου. Επίσης, η μεταβίβαση της επιχείρησης μπορεί να μην επέρχεται με την σύναψη της συμφωνίας εξυγίανσης, ότε και είναι απαραίτητο να συμβάλλεται και ο αποκτών, αλλά με μεταγενέστερη, διακριτή σύμβαση, σε εκτέλεση της συμφωνίας εξυγίανσης. 

 Ως προς την έκταση της μεταβίβασης, το άρθρο 64 του ν. 4738/2020 προβλέπει ότι μεταβιβάζεται ολόκληρο το ενεργητικό της επιχείρησης, ενώ αντίθετα το παθητικό μόνο αν προβλέπεται στην συμφωνία η μεταβίβασή του και στην έκταση που προβλέπεται. Η ρύθμιση αυτή συνδυάζεται και με το άρθρο 171 παρ. 4 του ίδιου νόμου, το οποίο ρητώς εξαιρεί την εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ στις μεταβιβάσεις επιχείρησης στο πλαίσιο του ν. 4738/2020, αποκλείοντας έτσι την εκ του νόμου εις ολόκληρον ευθύνη του αποκτώντος για τα χρέη του μεταβιβάζοντος, η οποία μόνο συμβατικά μπορεί να προβλεφθεί. Με αυτόν τον τρόπο ο νομοθέτης προστατεύει τον επενδυτή και τον νέο φορέα επιχείρησης, ο οποίος δεν θα βρεθεί εις ολόκληρον ευθυνόμενος για χρέη της μεταβιβαζόμενης υπερχρεωμένης επιχείρησης. Ακόμη, δε, και στην περίπτωση που επέρχεται μεταβίβαση παθητικού, δεν θα πρόκειται για καθολική αλλά για ειδική διαδοχή, δυνάμει σωρευτικής ή στερητικής αναδοχής χρέους. Αυτό σημαίνει ότι θα είναι απαραίτητη η συναίνεση του δανειστή, προκειμένου απέναντί του να έχει πλέον όχι την μεταβιβαζόμενη επιχείρηση αλλά τον νέο φορέα-αποκτώντα. Εδώ ακριβώς έγκειται ένα από τα εξυγιαντικά αποτελέσματα της διαδικασίας με ωφελούμενους και τους δανειστές: απέναντί τους έχουν όχι μια υπερχρεωμένη επιχείρηση αλλά, κατά κανόνα, τον οικονομικά εύρωστο αποκτώντα, με τις πιθανότητες ικανοποίησης των απαιτήσεών τους να πολλαπλασιάζονται.  

Τί συμβαίνει όμως με τα χρέη που δεν μεταβιβάζονται στον νέο φορέα; Οι οφειλές αυτές είτε εξοφλούνται από το τίμημα της πώλησης της επιχείρησης είτε διαγράφονται ή αν μεταβιβάζεται μέρος της επιχείρησης παραμένουν στον οφειλέτη ή κεφαλαιοποιούνται.  

(Β) Δικαστική επικύρωση συμφωνίας 

Επόμενο στάδιο της διαδικασίας αποτελεί η δικαστική επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης η οποία προβλέπει μεταβίβαση επιχείρησης ύστερα από αίτηση του οφειλέτη ή των πιστωτών. Όταν, δε, η αίτηση υποβάλλεται από τους πιστωτές και ο οφειλέτης έχει περιέλθει, συνακόλουθα, σε παύση πληρωμών η αίτηση συνοδεύεται υποχρεωτικά επί ποινή απαραδέκτου και από αίτηση πτώχευσης.  Πέραν της ήδη υπογεγραμμένης συμφωνίας εξυγίανσης, την αίτηση επικύρωσης, η οποία πρέπει να εμπεριέχει όλα τα αναλυτικώς αναφερόμενα στο άρθρο 45 παρ. του Ν.4738/2020 στοιχεία,  συνοδεύουν με ποινή απαραδέκτου αυτής, οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις του οφειλέτη, κατάλογος πιστωτών αυτού αλλά και η έκθεση εμπειρογνώμονα, ο οποίος αποφαίνεται επί της συνδρομής των προϋποθέσεων επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, και ιδίως επί της εύλογης προοπτικής βιωσιμότητας της επιχείρησης, επί της τήρησης της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών και της ισότιμης μεταχείρισης αυτών. Δυσκολίες ανακύπτουν όταν η διαδικασία εκκινείται από τους πιστωτές, οι οποίοι δεν έχουν στην διάθεσή τους τα ανωτέρω στοιχεία. Σε αυτή την περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να αναβάλλει την συζήτηση της αίτησης επικύρωσης μέχρι να χορηγηθούν τα απαραίτητα στοιχεία στον εμπειρογνώμονα εντός 1 μήνα. Ακολούθως, οι δανειστές θα επαναφέρουν με κλήση την συζήτηση της αίτησης.  

 Η κατάθεση της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης έχει ως αυτόθροη συνέπεια μια σειρά προληπτικών μέτρων κατ’ άρθρο 50 παρ. 1-2 του ν. 4738/2020 αλλά και την δυνατότητα λήψης προληπτικών μέτρων κατόπιν απόφασης δικαστηρίου, τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 50 παρ. 3-5 του Ν.4738/2020. Το πιο σημαντικό «αυτόματο» προληπτικό μέτρο δεν είναι άλλο από την αναστολή των ατομικών διώξεων. Παράλληλα, προβλέπεται η αναστολή της λήψης ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του οφειλέτη καθώς και η απαγόρευση διάθεσης των ακινήτων και του εξοπλισμού της επιχείρησής του «εκτός και αν αντικαθίσταται με άλλα τουλάχιστον ίσης αξίας ή εκτός και αν η διάθεση αφορά χρήση τους ως εξασφάλισης στο πλαίσιο ενδιάμεσης χρηματοδότησης, η οποία αναφέρεται στη συμφωνία εξυγίανσης», η αναστολή της παραγραφής και λοιπών προθεσμιών, η απαγόρευση του συμψηφισμού. Όλα, δε, τα προληπτικά μέτρα έχουν διάρκεια 4 μηνών, με δυνατότητα παράτασης κατόπιν απόφασης δικαστηρίου, κατά το άρθρο 50 παρ.3 του ως άνω νόμου.  Στα, δε, προληπτικά μέτρα που διατάσσονται κατόπιν απόφασης δικαστηρίου περιλαμβάνεται η απαγόρευση καταγγελίας συμβάσεων, η έγκριση δανειοδότησης χωρίς ασφαλιστική ή φορολογική ενημερότητα του οφειλέτη αλλά και ο ορισμός ειδικού εντολοδόχου. Όλα, δε, τα παραπάνω μέτρα έχουν ένα κοινό στόχο: την διατήρηση των κατάλληλων συνθηκών για την σύναψη και διεκπεραίωση της συμφωνίας εξυγίανσης και την διαφύλαξη της ακεραιότητας της περιουσίας του οφειλέτη και της αξίας αυτής. 

Το Δικαστήριο, δικάζοντας κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας την αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης με μεταβίβαση επιχείρησης εξετάζει (αρ. 54 παρ. 3 ν. 4738/2020): 

Α) αν η συμφωνία εξυγίανσης, η οποία περιλαμβάνει συμφωνία για μεταβίβαση επιχείρησης, εξασφαλίζει την επιβίωση της επιχείρησης. Η κρίση αυτή βασίζεται στο επιχειρηματικό σχέδιο (business plan) αλλά και στην έκθεση του εμπειρογνώμονα.  

Β)αν πληρούται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται στις εξής περιπτώσεις (αρ. 31 Ν.4738/2020) : α) Οι μη συναινούντες δανειστές ή οι δανειστές των οποίων η συναίνεση τεκμαίρεται εκ του νόμου, δεν  βρίσκονται σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτή στην οποία θα βρίσκονταν αν ο οφειλέτης πτώχευε, β) οποιοσδήποτε από τους μη συναινούντες δανειστές, ο οποίος έχει κυριότητα επί πράγματος ή είναι εκδοχέας απαίτησης, ιδίως σε περίπτωση ύπαρξης σύμβασης factoring ή leasing, δεν λαμβάνει μικρότερο ποσό από το ποσό που θα ελάμβανε ασκώντας τα συμβατικά του δικαιώματα κατά του οφειλέτη. 

Γ)αν η συμφωνία δεν είναι αποτέλεσμα δόλου και δεν παραβιάζει διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, και ιδίως του δικαίου ανταγωνισμού. Η προϋπόθεση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική στις συμφωνίες εξυγίανσης που περιλαμβάνουν μεταβίβαση επιχείρησης, καθώς η εκτέλεση μίας τέτοιας σύμβασης μπορεί να οδηγήσει σε προβληματική συγκέντρωση επιχειρήσεων με υπερβολική ισχύ στην αγορά, την οποία οι λοιπές επιχειρήσεις δεν μπορούν να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά.  

Δ)αν τηρείται η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης των πιστωτών.  

Από την επικύρωσή της, η συμφωνία εξυγίανσης δεσμεύει τον οφειλέτη και όλους τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις ρυθμίζονται στην συμφωνία ακόμη και αν δεν είναι συμβεβλημένοι σε αυτήν.  

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάρθρωση της συναλλαγής υπό την μορφή μιας αποκλειστικά «επιθετικής» διαδικασίας από πλευράς των πιστωτών, καθώς πλέον η συναίνεση του οφειλέτη είναι δυνατόν υπό προϋποθέσεις να παρακαμφθεί. Ειδικότερα, ως αναφέρθηκε, η συμφωνία εξυγίανσης είναι δυνατόν να υπογράφεται μόνο από τους πιστωτές, υπό την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης βρίσκεται σε παύση πληρωμών. Επιπλέον, στο στάδιο της επικύρωσης, η συναίνεση του οφειλέτη θεωρείται ότι δίνεται όταν «έως και τη συζήτηση της αίτησης επικύρωσης, δεν ασκήσει παρέμβαση κατά της αποδοχής της. Η παρέμβαση του οφειλέτη κατά της αποδοχής της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας δεν εμποδίζει την επικύρωση της συμφωνίας από το δικαστήριο, εάν από την αίτηση και ιδίως από την έκθεση του εμπειρογνώμονα προκύπτει ότι η συμφωνία εξυγίανσης δεν θα καταστήσει τη νομική και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη χειρότερη από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν χωρίς τη συμφωνία.». Ακόμη, δε, και όταν η συμφωνία εξυγίανσης δεν μπορεί να συναφθεί ή να εφαρμοστεί λόγω μη σύμπραξης των εταίρων/μετόχων, ο νόμος προβλέπει ως μέσο παράκαμψής τους τον διορισμό ειδικού εντολοδόχου από το δικαστήριο, ο οποίος δύναται να συγκαλεί την γενική συνέλευση και να ασκεί δικαίωμα ψήφου. Η μεταβίβαση επιχείρησης στο πλαίσιο συμφωνίας εξυγίανσης μπορεί, λοιπόν,  με τα κατάλληλα εργαλεία του νόμου 4738/2020 να ολοκληρωθεί ως διαδικασία χωρίς την συναίνεση και σύμπραξη του οφειλέτη.  

IV. ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΖΟΜΕΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ; 

Ως προς τους εργαζομένους, εφαρμόζεται το π.δ. 178/2002 σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων. Ο νέος φορέας υπεισέρχεται αυτόματα σε όλες τις υποχρεώσεις του προηγούμενου εργοδότη απέναντι στους εργαζόμενους — δηλαδή διατηρούνται οι ήδη υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας, οι όροι απασχόλησης κ.λπ και η μεταβίβαση δεν συνιστά  από μόνη της λόγο για απόλυση των εργαζομένων.  

V. ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ 

Ο νόμος 4738/2020 προβλέπει φορολογικές και λοιπές διευκολύνσεις όσον αφορά την διαδικασία της εξυγίανσης, οι οποίες προωθούν και καθιστούν ελκυστικότερη την συναλλαγή, μειώνοντας τον χρόνο για την ολοκλήρωσή της, την πολυπλοκότητά της και το κόστος της για τα μέρη. Συγκεκριμένα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 170 παρ. 4 του νόμου, κάθε σύμβαση που συνάπτεται και κάθε πράξη που ενεργείται στο πλαίσιο της συμφωνίας εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασης επιχείρησης κατά το άρθρο 64 το ίδιου νόμου, οι μεταγραφές και κάθε άλλη συναφής πράξη για την πραγμάτωσή τους, απαλλάσσονται από τέλη χαρτοσήμου και κάθε άλλον έμμεσο φόρο ή τέλος (πλην ΦΠΑ για τον οποίο εφαρμόζεται ο Κώδικας ΦΠΑ και ο Φ.Μ.Α.). Οι απαλλαγές, δε, αυτές επέρχονται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται η υποβολή οποιασδήποτε σχετικής δήλωσης στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, να μνημονεύονται ούτε να προσαρτώνται πιστοποιητικά της φορολογικής διοίκησης οποιασδήποτε μορφής ή χρήσης, ούτε οποιασδήποτε άλλης δημόσιας υπηρεσίας, οργανισμού ή εταιρείας ή των Ο.Τ.Α. κάθε βαθμού, ούτε βεβαιώσεις ή υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων προβλεπόμενες σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου, πλην του κτηματολογίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 του ίδιου νόμου, περιορίζονται στο τριάντα τοις εκατό (30%) των νόμιμων ποσών οι αμοιβές και τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων, των δικηγόρων, των δικαστικών επιμελητών και των υποθηκοφυλάκων για κάθε σύμβαση ή πράξη στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης.  

VΙ. ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ 

Συμπερασματικά, η απόκτηση μιας υπερχρεωμένης επιχείρησης στο πλαίσιο εξυγίανσης δεν είναι απλώς μια επενδυτική πράξη· αποτελεί μία σημαντική ευκαιρία με καίρια σημασία για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Για τον επενδυτή ανοίγει νέους ορίζοντες επιχειρηματικής ανάπτυξης με μικρό κόστος για τον ίδιο. Για τον οφειλέτη λειτουργεί ως ο μοναδικός μηχανισμός διάσωσης που διατηρεί ζωντανή την επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ για τους πιστωτές μετατρέπεται στο πιο αποτελεσματικό εργαλείο ικανοποίησης από μία περιουσία η αξία της οποίας θα χανόταν σε μια άκαρπη, «τιμωρητική» για τον οφειλέτη εκκαθάριση. Στο σημείο αυτό, ο νόμος δίνει τα εργαλεία για μία επιχειρηματική αναγέννηση: εκεί όπου η κατάρρευση μοιάζει αναπόφευκτη, η οργανωμένη μεταβίβαση οδηγεί τα μέρη σε μια νέα, βιώσιμη επιχειρηματική πραγματικότητα.