Νοέμβριος 2025 – Απόφαση του Β’ Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών – Αθώωση εντολέως μας για την πράξη του παράνομου εμπορίου, γενομένου δεκτού του ισχυρισμού περί εφαρμογής της αρχής nebisinidem και περί δικαστικής άφεσης της ποινής κατ’ αρ. 104 Β ΠΚ και επιβολή ποινής 6 μηνών για την πράξη της βίας κατά αστυνομικών οργάνων (υπαλλήλων κατά τους όρους του νόμου), γενομένου δεκτού της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις περιστάσεις του ά. 79 παρ. 3 του Ποινικού Κώδικα, κατά την επιμέτρηση της ποινής.

Νοέμβριος 2025 – Απόφαση του Β’ Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών – Αθώωση εντολέως μας για την πράξη του παράνομου εμπορίου, γενομένου δεκτού του ισχυρισμού περί εφαρμογής της αρχής nebisinidem και περί δικαστικής άφεσης της ποινής κατ’ αρ. 104 Β ΠΚ και επιβολή ποινής 6 μηνών για την πράξη της βίας κατά αστυνομικών οργάνων (υπαλλήλων κατά τους όρους του νόμου), γενομένου δεκτού της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις περιστάσεις του ά. 79 παρ. 3 του Ποινικού Κώδικα, κατά την επιμέτρηση της ποινής.

H εντολέας μας καταλήφθηκε επ’ αυτοφώρω να ασκεί δραστηριότητα υπαίθριου εμπορίου, διαθέτοντας προς πώληση βιοτεχνικά μη εδώδιμα προϊόντα, άνευ άδειας της Αρμόδιας Αρχής. Εν συνεχεία, κατά τη διενέργεια ελέγχου, τη σύλληψή της και την προσαγωγή  της στο κοντινό αστυνομικό τμήμα, φέρεται να μεταχειρίστηκε βία, προκειμένου να εξαναγκάσει υπαλλήλους σε  παράλειψη νόμιμης ενέργειας που ανάγεται στα καθήκοντά τους και πιο συγκεκριμένα, φέρεται ότι επιτέθηκε εναντίον τους με τα χέρια και τα πόδια της, ωθώντας τους βιαίως, με σκοπό να παραλείψουν τις ως άνω νόμιμες ενέργειες.

Ακολούθως, της ασκήθηκε δίωξη για τα αδικήματα του ά. 64 του Ν. 4849/2021 και του ά. 163 του Ποινικού Κώδικα. Παράλληλα, για την πρώτη πράξη της επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο, δυνάμει της έκθεσης βεβαίωσης παράβασης του ά. 62 του Ν. 4849/2021 που συντάχθηκε εις βάρος της, αυθημερόν.

Ως προς την πρώτη πράξη, προβλήθηκε ότι πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη, κατ’ εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να επιβληθεί διπλή ποινή στον κατηγορούμενο ο κατηγορούμενος για την ίδια πράξη. Δεδομένου ότι επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη πρόστιμο το οποίο επενεργεί ως «κρυπτοποινή», η επιβολή δεύτερης κύρωσης ποινικής φύσεως, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, θα οδηγούσε σε παραβίαση της ανωτέρω δικαϊκής αρχής.

Επικουρικά, ως ειδικότερη έκφραση της ανωτέρω αρχής, προτάθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός περί δικαστικής άφεσης της ποινής κατ’ ά. 104 Β ΠΚ, που εξομοιούται με αθώωση, διότι η βλάβη που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μικρής βαρύτητας και παράλληλα η κατηγορούμενη, επλήγη σοβαρά από το αποτέλεσμα της πράξης της, δεδομένου ότι παρά τη δεινή της οικονομική κατάσταση, της επιβλήθηκε και διοικητικό πρόστιμο και αποκατέστησε πλήρως την προσβολή, καταβάλλοντας άμεσα το πρόστιμο που της επιβλήθηκε.

Ως προς τη δεύτερη πράξη, προβλήθηκε ότι δεν πληρείται η υποκειμενική υπόσταση, διότι σκοπός της κατηγορούμενης δεν ήταν να εξαναγκάσει τους υπαλλήλους να παραλείψουν νόμιμη ενέργεια, αλλά η εκδηλωθείσα συμπεριφορά της, ήταν απόρροια της ψυχολογικής πάθησης που αντιμετωπίζει και αποδεικνύεται εξ’ εγγράφων, καθώς η ίδια, λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, περιήλθε σε κατάσταση τρόμου και ανησυχίας.

Επικουρικά, προβλήθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ανικανότητας για καταλογισμό, άλλως μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό κατ’ άρ. 34 και 36 ΠΚ.

Από όλη την αποδεικτική διαδικασία, τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης και την απολογία της κατηγορούμενης, αποδείχθηκε ότι η ίδια, ήδη κατά την προδικασία, εμφανίσθηκε μετανιωμένη, ζητώντας συγγνώμη, όπως έπραξε και ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η συμπεριφορά της ήταν μεμονωμένη, καθώς και ότι κατέβαλε άμεσα το ύψος του προστίμου το οποίο της είχε επιβληθεί.

Ακολούθως, η Εισαγγελική Αρχή, πρότεινε την αθώωση της κατηγορουμένης για την πρώτη πράξη, κάνοντας δεκτούς τους αυτοτελείς μας ισχυρισμούς, περί εφαρμογής της αρχής ne bis in idem και περί άφεσης της ποινής, και πρότεινε την ενοχή της κατηγορουμένης ως προς τη δεύτερη πράξη, απορρίπτοντας τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ανικανότητας για καταλογισμό, άλλως περί ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό ως προς τη δεύτερη πράξη. Η υπεράσπιση, συντάχθηκε με την Πρόταση της Εισαγγελικής Αρχής για την πρώτη πράξη και ζήτησε την αθώωση της κατηγορούμενης για τη δεύτερη πράξη. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κήρυξε αθώα την κατηγορούμενη για την πρώτη πράξη και την έκρινε ένοχη για τη δεύτερη πράξη. Παράλληλα, δέχθηκε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ελαφρυντικών περιστάσεων του ά. 84παρ. 1α ΠΚ, λόγω του πρότερου έντιμου βίου και απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ειλικρινούς μεταμέλειας, μολονότι η Εισαγγελική Αρχή, πρότεινε να γίνει και η ελαφρυντική αυτή περίσταση δεκτή. Ακολούθως, όπως πρότεινε και η Εισαγγελική Αρχή, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις περιστάσεις της επίδικης περίπτωσης κατά την επιμέτρηση της ποινής και κυρίως το χαρακτήρα και την στάση της κατηγορούμενης, το Δικαστήριο για τη δεύτερη πράξη, της επέβαλε την ελάχιστη εφέσιμη ποινή, ήτοι ποινή έξι μηνών, μολονότι το πλαίσιο ποινής είναι έως τρία έτη, αναστέλλοντας αυτήν επί τριετία.