Νοέμβριος 2025 – Καταδικαστική απόφαση του θ’ Mονομελους πλημμελειοδικείου Αθηνών για το αδίκημα της παρ. 2 του αρ. 333 πκ (stalking) το οποίο τελέστηκε σε βάρος της εγκαλούσας-υποστηρίζουσας την κατηγορία, εντολέως μας
Με την εν λόγω απόφαση και έπειτα από καταδικαστική Εισαγγελική Πρόταση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για την πράξη του αρ. 333 ΠΚ παρ. 2 ΠΚ σε φυλάκιση επτά μηνών, χωρίς το Δικαστήριο να δεχτεί ότι συντρέχει καμία ελαφρυντική περίσταση που μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ποινής.
Από την ανωμοτί κατάθεση της εγκαλούσας- υποστηρίζουσας την κατηγορία, εντολέως μας, όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία, την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης και την απολογία του κατηγορούμενου, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος, σε συγκεκριμένη ημερομηνία, τέλεσε την ως άνω πράξη σε βάρος της εγκαλούσας.
Πιο συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε επίμονη καταδίωξη σε βάρος της, καθώς, παρά την εκπεφρασμένη αντίθετη βούλησή της, περίμενε την εγκαλούσα-υποστηρίζουσα την κατηγορία έξωθεν του χώρου εργασίας της, την ακολούθησε στη στάση του λεωφορείου όπου ανέμενε μαζί της και όταν εκείνη εισήλθε στο λεωφορείο, επιβιβάσθηκε και ο ίδιος, κάθισε ακριβώς πίσω από αυτήν ώστε να κάνει αισθητή την παρουσία του, αποβιβάσθηκε στη συνέχεια στην ίδια στάση που αποβιβάσθηκε και εκείνη, την ανέμενε περί 45’ λεπτά ώστε να εξέλθει από το προγραμματισμένο ραντεβού της στο γιατρό, και στη συνέχεια την πλησίασε, προκαλώντας της τρόμο και ανησυχία.
Για το λόγο αυτό, η εγκαλούσα κάλεσε την αστυνομία, ενώ παράλληλα προσέγγισε και ένα δίκυκλο περιπολικό όχημα, με αποτέλεσμα την αυτόφωρη σύλληψη του δράστη. Η δε πρόκληση τρόμου και ανησυχίας, αποδείχθηκε και από τα ευρήματα της σχετικής ψυχολογικής έκθεσης, η οποία συντάχθηκε μετά τη διενέργεια θεραπειών, αμέσως μετά το περιστατικό.
Ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι προϋπήρχε δεσμός με την εγκαλούσα το έτος 2020 και ότι ο ίδιος ήθελε να μάθει το λόγο που χώρισαν, ουδέν είχε να εισφέρει στη διαδικασία, παρά μόνο επιβεβαίωσε την θέληση και τη γνώση του, να προκαλέσει τρόμο και ανησυχία στην εγκαλούσα, μη αποδεχόμενος την προ 5 ετών από την τέλεση του σε βάρος της αδικήματος, διακοπή της σχέσης τους.
Σημειωτέον, ότι ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος τα αισθήματα ντροπής, ενοχών και φόβου που είχε η εγκαλούσα, εκμεταλλευόταν ακριβώς το στοιχείο αυτό, για να αποσοβήσεις τις εις βάρος του ευθύνες. Προκειμένου να προστατευτεί η προσωπική και επαγγελματική ζωή του θύματος και να μην επέλθει η ψυχική ταλαιπωρία και διασυρμός του, υποβλήθηκε αίτημα κατ’ αρ. 330 ΚΠΔ για συζήτηση εντός κεκλεισμένων θυρών, το οποίο αν και απορρίφθηκε, κατέδειξε εξαρχής τόσο τις προθέσεις του κατηγορούμενου και το αβάσιμο των ισχυρισμών του, όσο και τα αισθήματα της εγκαλούσας, ως απόρροια του τρόπου δράσης του κατηγορούμενου.
Η πρόκληση τρόμου και ανησυχίας της εγκαλούσας, η συνεχής επίμονη καταδίωξή της παρά την αντίθετη εκπεφρασμένη βούλησή της και η πρόθεση του κατηγορούμενου να της προκαλέσει τρόμο και ανησυχία εν γνώσει του, αποδείχθηκαν και από τα έγγραφα που προσκόμισε η εγκαλούσα, μεταξύ αυτών και σωρεία μηνυμάτων που λάμβανε από τον κατηγορούμενο, χρονολογούμενα από το έτος 2021 έως και το έτος 2025, ακόμα δε και μετά το εις βάρος της περιστατικό για το οποίο κατηγορούταν και που οδήγησε στην αυτόφωρη σύλληψή του, όπου η ίδια, μεταξύ άλλων, ρητά εξέφραζε τα συναισθήματά της και την επιθυμία της να μην την παρενοχλεί, ενώ ο κατηγορούμενος εξέφραζε τη γνώση του ως προς τα αισθήματά της, αλλά και την άρνησή του να σεβαστεί την επιθυμία της.
Ομοίως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με την κατάθεση της φερόμενης συντρόφου του κατηγορούμενου και μάρτυρος υπεράσπισης, αποδείχθηκε ότι ο ίδιος επιζητούσε διακαώς να μάθει το λόγο που χώρισαν. Η ίδια μάρτυρας, δε, επιβεβαίωσε ότι είχε προτείνει να συναντηθούν και οι τρεις τους, για να νιώθει η εγκαλούσα ασφάλεια. Πολύ περισσότερο ο ισχυρισμός αυτός, δεν άντεξε στην κοινή λογική, αντίθετα απέδειξε τη γνώση σχετικά με την πρόκληση τρόμου και ανησυχίας, αλλά και την επίμονη καταδίωξη εις βάρος της εγκαλούσας, παρά το γεγονός ότι ήδη το επίμαχο διάστημα φέρεται να είχε συνάψει σχέση με έτερο πρόσωπο, ήτοι την μάρτυρα υπεράσπισης.
Για το λόγο αυτό, δεν έπεισε και ο ισχυρισμός της υπεράσπισης, ότι η εγκαλούσα είχε καλέσει τάχα τον κατηγορούμενο προκειμένου να συναντηθούν, «στήνοντας» δηλαδή το εις βάρος του περιστατικό. Άλλωστε, όπως καταδείχθηκε δεν προσκομίσθηκε καμία σχετική κλήση της εγκαλούσας που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό, ο οποίος αποδομούνταν από όλα τα ανωτέρω έγγραφα, παρά τη «σπουδή» του κατηγορούμενου να προσκομίσει μηνύματά του με την εγκαλούσα χρονολογούμενα στο έτος 2020, ήτοι τέσσερα και πλέον έτη πριν το εις βάρος της περιστατικό.
Τέλος, ούτε ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν βίαιος ή άσκησε βία ή απείλησε με βία ή άλλη παράνομη πράξη την εγκαλούσα, αποτέλεσε βάσιμο λόγο για την αθώωσή του ή έστω για την έγερση αμφιβολιών ως προς την ενοχή του, καθώς οι ως άνω ενέργειες, δεν αποτελούν νομοτυπικά στοιχεία του αδικήματος. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης πληρούνταν. Μάλιστα, όπως καταδείχθηκε το επίδικο περιστατικό, ήταν το τελευταίο από πολλά που είχαν προηγηθεί.
Έτσι, μολονότι δεν είχε υποβληθεί έγκληση για τις προγενέστερες πράξεις, με αποτέλεσμα αυτές ήδη να έχουν καταστεί ανέκκλητες, λήφθηκαν υπ’ όψιν ως επιβαρυντικές περιστάσεις, επιρρωνύοντας παράλληλα και το δόλο του κατηγορούμενου και παράλληλα καταδείχθηκε ότι η εις βάρος της εγκαλούσας πράξη, τελέσθηκε με όλους τους τρόπους που προβλέπονται σε σχέση με το υπαλλακτικώς μικτό αδίκημα του αρ. 333 παρ. 2 ΠΚ. Κατ’ επέκταση, έγινε δεκτό ότι πληρούνται όλα τα νομοτυπικά στοιχεία της αποδιδόμενης πράξης, η τέλεση της οποίας και αποδείχθηκε.