Ιούλιος 2026 – Ακύρωση διαταγής πληρωμής και επιταγής προς πληρωμή ποσού 245.000€
Με την υπ’ αριθμ. 117/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών) έγινε δεκτή η ασκηθείσα ανακοπή μας κατά διαταγής πληρωμής και επιταγής προς πληρωμή κατά εντολέων μας, για φερόμενη απαίτηση της εταιρείας απόκτησης απαιτήσεων (στην οποία φέρεται να είχε μεταβιβαστεί αυτή από την αρχική πιστώτρια τράπεζα εναντίον τους), προερχόμενη από σύμβαση ανοίγματος πίστωσης από ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, συνολικού ποσού (μαζί με τα δικαστικά έξοδα για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής) περί τις 245.000 ευρώ.
Με την εν λόγω απόφαση, επί τη βάσει των προβληθέντων και αποδειχθέντων ισχυρισμών μας, αναγνωρίστηκε ότι η εταιρεία διαχείρισης των απαιτήσεων, η οποία είχε προχωρήσει στην έκδοση της επίμαχης διαταγή πληρωμής, και μετέπειτα στην επίδοση της επίμαχης επιταγής προς πληρωμή, δεν είχε τηρήσει την αρχή της έγγραφης απόδειξης, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαδικαστικό απαράδεκτο για την έκδοση αυτής.
Πιο συγκεκριμένα, η ως άνω απόφαση αναγνώρισε ότι η εταιρεία διαχείρισης των απαιτήσεων απέτυχε να προσδιορίσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την επίμαχη απαίτηση, για την οποία υποτίθεται εκκίνησε την διαδικασία έκδοσης της επίμαχης διαταγής πληρωμής και προχώρησε στην επίδοση της επίμαχης επιταγής προς πληρωμή, και άρα απέτυχε να αποδείξει και την φερόμενη ενεργητική της νομιμοποίηση για να προβαίνει σε τέτοιες πράξεις.
Αναλυτικότερα, η απόφαση αναφέρει τα εξής: «Από την Περίληψη Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθ. πρωτ. 232/28-6-2021 (τόμος 12 και με α.α. 222), η οποία περιλαμβάνει περίληψη του δημοσιευθέντος ουσιώδους περιεχομένου της από 25/6/2021 σύμβασης διαχείρισης που συνήφθη μεταξύ της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..» και της καθ’ ης, ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (ΑΕΔΑΔΠ) προκύπτει ότι δεν αναφέρονται στη σύμβαση διαχείρισης οι προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να αναφέρονται στο χωρίο της περίληψης «στ. λοιποί ουσιώδεις όροι», δεδομένου ότι σύμφωνα με την ΥΑ 161337/30.10.2003, η οποία εισήγαγε το πρότυπο του εντύπου της περίληψης σύμβασης διαχείρισης που καταθέτουν οι εταιρίες διαχείρισης στα αρμόδια ενεχυροφυλακεία, δεν περιλαμβάνεται πεδίο για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων, ούτε στη σύμβαση περιλαμβάνεται κατάλογος (βλ. σε αντίθεση, τη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης στη δημοσίευση της οποίας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθ. πρωτ. 380/20-9-2021 επισυνάφθηκαν ως παράρτημα σε ηλεκτρονική μορφή, οι προς πώληση απαιτήσεις), ούτε γίνεται αναφορά με κάποιου είδους παραπομπή στις απαιτήσεις που αναφέρονται στην ως άνω σύμβαση πώλησης, ούτε έλαβε χώρα μεταβολή/προσθήκη ώστε να συμπληρωθεί η ανωτέρω έλλειψη ακόμα και μετά τις 20/9/2021, οπότε και η δικαιούχος της απαίτησης απέκτησε αυτήν από την τραπεζική εταιρία «……………..». Περαιτέρω, η ως άνω παράλειψη, συνιστά μη τήρηση του νόμιμου συστατικού τύπου ως προς το ουσιώδες ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης για την οποία τυγχάνει ευθείας εφαρμογής το άρθρο 2 v. 4354/2015, η παρ. 2 του οποίου ορίζει ότι η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης προς τις ΕΔΑΔΓΙ (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, δοθέντος ότι στην εν λόγω σύμβαση διαχείρισης εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη, εφόσον έχει λάβει χώρα πριν τις 30/12/2023 (άρθρο 41 v.5072/2023, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει). Ειδικότερα, ναι μεν η μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης έλαβε χώρα λόγω τιτλοποίησης κατ’ άρθρο 10 Παρ. 1 v. 3156/2003, και για τη διαχείριση αυτής τα μέρη επικαλέστηκαν την παρ. 14 του άρθρου 10 ν. 3156/2003, πλην όμως η καθ’ ης είναι ΑΕΔΑΔΠ, που έχει συσταθεί με βάση τον ν. 435412015, όπως η ίδια, άλλωστε, ομολογεί, τόσο στην αίτηση για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, όσο και στο εισαγωγικό τμήμα των κατατεθειμένων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από 6/5/2026 έγγραφων προτάσεων της. Επομένως, προκειμένου η εν λόγω εταιρεία να έχει τη δικονομική δυνατότητα να καταθέτει αιτήσεις για έκδοση διαταγών πληρωμής όπως εν προκειμένω και να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει και κατ’ επίκληση της παρ. 4 του άρθρου 2 ν. 435412015, απαιτείται να πληρούνται οι προϋποθέσεις ολόκληρου του άρθρου αυτού, συμπεριλαμβανομένης και της παρ. 2 του Ιδίου άρθρου. Τούτο επιβάλλει η ασφάλεια δικαίου, που επιτάσσει την ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 v. 4354/2015, τόσο στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003, όσο και όταν έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του ν. 4354/2015 (ΟλΑΠ 1/2023), αλλά και η ασφάλεια των συναλλαγών, αφού ο δανειολήπτης πρέπει να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τόσο το πρόσωπο του δανειστή της απαίτησης όσο και το πρόσωπο του εγκατεστημένου στην Ελλάδα διαχειριστή που δύναται να την εισπράξει, ακόμη και αναγκαστικά, πληροφορία εξίσου (ή και περισσότερο) σημαντική. Εξάλλου o λόγος για τον οποίο θεσπίζεται ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης συνιστάμενος σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, στην προστασία των μικρών δανειοληπτών, και επιβάλλεται στο πλαίσιο αυτό, ειδικότερα, η αναφορά μεταξύ άλλων, των προς διαχείριση απαιτήσεων ισχύει προδήλως για κάθε περίπτωση ανάθεσης της διαχείρισης είτε συνοδεύεται από μεταβίβαση της απαίτησης είτε όχι. Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί, ότι όπως σαφώς αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του νόμου «Οι συμβάσεις ανάθεσης διαχείρισης υπόκεινται σε προληπτικό έλεγχο από την Τράπεζα της Ελλάδος πριν ισχύσουν. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι ο εν λόγω έλεγχος δεν υποκαθιστά τη δικαστική κρίση» (βλ. ΜΠΑθ 936/2023 ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν των ανωτέρω, και με δεδομένο ότι δεν προσδιορίζεται καθοιονδήποτε τρόπο η επίδικη απαίτηση στην ως άνω σύμβαση διαχείρισης, η τελευταία δεν είναι ικανή ώστε να αποδείξει την ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ ης για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και της ανακοπτόμενης επιταγής προς εκτέλεση, κι ως εκ τούτου θα πρέπει να ακυρωθούν λόγω έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής.». Για περισσότερη αρθρογραφία σχετικά με τις δυνατότητες δικαστικής και εξωδικαστικής προστασίας του οφειλέτη, δείτε ενδεικτικά εδώ, εδώ και εδώ. Για περισσότερες δικαστικές αποφάσεις σε συναφείς υποθέσεις που χειρίστηκε πρόσφατα το γραφείο μας, δείτε ενδεικτικά εδώ, εδώ, και εδώ.