Μάιος 2026 – Ακύρωση κατάσχεσης ακινήτου και πλειστηριασμού λόγω καταχρηστικής επίσπευσης της εκτέλεσης (281 ΑΚ)
Η υπ’ αριθμ. 1648/2026 απόφαση ΜΠρΑθ ακύρωσε επιταγή προς πληρωμή, κατάσχεση και πλειστηριασμό επαγγελματικού ακινήτου, κρίνοντας καταχρηστική (281 ΑΚ) την επίσπευση της εκτέλεσης.
Πρόσφατα εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1648/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών – Τμήμα Ανακοπών κατά της Εκτέλεσης), το οποίο δίκασε την ασκηθείσα από τους εντολείς μας ανακοπή κατά της εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ), μετά και των προσθέτων λόγων αυτής, και έκανε δεκτά τα ένδικα βοηθήματά μας, ακυρώνοντας την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή και την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου που είχε επισπεύσει σε βάρος τους η καθ’ ης εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων.
Η εκτέλεση στρεφόταν κατά επαγγελματικού ακινήτου των εντολέων μας (σταθμού στάθμευσης αυτοκινήτων) και ερειδόταν στην υπ’ αριθμ. 8861/2025 διαταγή πληρωμής. Ειδικότερα, η ένδικη οφειλή ανέκυπτε από σύμβαση δανείου του έτους 2006 (ποσού 2.000.000€, μετατραπέντος εν συνεχεία σε ελβετικό φράγκο), για την εξυπηρέτηση της οποίας είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω επαγγελματικού ακινήτου. Επί σειρά ετών, και ήδη από το 2023, οι εντολείς μας βρίσκονταν σε διαρκείς διαπραγματεύσεις με την καθ’ ης, προκειμένου να πωλήσουν το ακίνητο σε ενδιαφερόμενο αγοραστή και να εξοφλήσουν, μέσω του τιμήματος, την οφειλή. Στο πλαίσιο αυτό, η καθ’ ης είχε χορηγήσει διαδοχικές δηλώσεις πρόθεσης άρσης της προσημείωσης. Όταν, όμως, εξευρέθη συγκεκριμένος αγοραστής, η καθ’ ης έθεσε ως όρο της δήλωσής της την καταβολή προκαταβολής 500.000€ εντός μόλις 11 ημερών – χρονοδιάγραμμα αντικειμενικά αδύνατο να τηρηθεί, δεδομένης της πολυπλοκότητας της συναλλαγής επί ενός σταθμού στάθμευσης πολλών τετραγωνικών μέτρων – και αρνήθηκε να το παρατείνει. Η άρνηση αυτή οδήγησε στην απόσυρση του αγοραστή και στη ματαίωση της πώλησης. Παρά δε τη μεταγενέστερη υποβολή, εκ μέρους των εντολέων μας, επιχειρηματικού σχεδίου με συγκεκριμένη πρόταση ρύθμισης, η καθ’ ης ουδέποτε απάντησε και προχώρησε στην έκδοση διαταγής πληρωμής, στην κοινοποίηση επιταγής προς πληρωμή και, εν συνεχεία, στην κατάσχεση του ακινήτου.
Το Δικαστήριο έκανε δεκτό τον πρώτο πρόσθετο λόγο ανακοπής μας, κρίνοντας ότι η ως άνω συμπεριφορά της καθ’ ης ήταν καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Όπως έκρινε, η αδικαιολόγητη άρνηση παράτασης του χρονοδιαγράμματος – ενώ είχε ήδη χορηγήσει τρεις δηλώσεις πρόθεσης άρσης, είχε βρεθεί αγοραστής και η ολοκλήρωση της πώλησης θα της απέφερε ποσό τουλάχιστον 1.900.000€ προς εξόφληση της οφειλής – σε συνδυασμό με τη μη απάντηση στην ύστατη προσπάθεια των εντολέων μας και την επιλογή έναρξης αναγκαστικής εκτέλεσης, υπερέβαινε προφανώς τα όρια της καλής πίστης και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος της περί επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης. Το Δικαστήριο επεσήμανε, μάλιστα, ότι η επιλογή της κατάσχεσης δεν οδηγεί αναμφίβολα σε ταχεία και επιτυχή διενέργεια πλειστηριασμού, αλλά ενέχει τον κίνδυνο μείωσης της τιμής πρώτης προσφοράς, εν αντιθέσει προς τη βέβαιη και υψηλότερη είσπραξη που θα προέκυπτε από την πώληση. Κατόπιν τούτων, και χωρίς να απαιτείται η εξέταση των λοιπών λόγων, το Δικαστήριο ακύρωσε τόσο την από 16.07.2025 επιταγή προς πληρωμή όσο και την υπ’ αριθμ. 2998/14.10.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, καταδικάζοντας την καθ’ ης στα δικαστικά έξοδα των εντολέων μας.
Με τον τρόπο αυτό, έπαυσε η σε βάρος του ακινήτου τους αναγκαστική εκτέλεση, ενώ η απόφαση υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα της δανείστριας (ή της διαχειρίστριας) να επισπεύσει εκτέλεση δεν είναι απεριόριστο: η άσκησή του υπόκειται στον έλεγχο της καλής πίστης, ιδίως όταν ο οφειλέτης έχει επιδείξει συνεπή βούληση εξόφλησης μέσω μιας πρόσφορης και επωφελέστερης για όλους τους εμπλεκόμενους λύσης.
Σχετική θεωρητική ανάλυση μπορείτε να βρείτε εδώ, εδώ και εδώ.