Σεπτέμβριος 2026 – Τελεσίδικη ακύρωση κατασχετηρίου εις χείρας των τραπεζών ως τρίτων εις βάρος εμπορικής επιχείρησης και φυσικών προσώπων ποσού 307.953€
Με την υπ’ αριθμ. 4084/2026 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επικυρώθηκε η ορθότητα της ΜΠρΑθ 1496/2024 αποφάσεως και έγινε τελεσιδίκως δεκτή, κατ’ απόρριψη της εφέσεως της αντιδίκου, η ασκηθείσα ανακοπή μας κατά κατασχετηρίου εις χείρας των τραπεζών ως τρίτων του συνόλου των επαγγελματικών λογαριασμών της εντολέως μας, εμπορικής εταιρείας ιατρικών ειδών τεχνολογικής αιχμής, καθώς και των φυσικών προσώπων-εγγυητών, μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας (αλλά και συγγενικών τους προσώπων).
Με την εν λόγω απόφαση, επί τη βάσει των προβληθέντων και αποδειχθέντων ισχυρισμών μας, αναγνωρίστηκε τελεσιδίκως η καταχρηστική συμπεριφορά της επισπεύδουσας, η οποία καίτοι μπορούσε να ικανοποιήσει την φερόμενη απαίτησή της με εναλλακτικά και ηπιότερα για τους οφειλέτες μέσα (τα οποία περιγράφονταν αναλυτικά στην ασκηθείσα ανακοπή μας και στα οποία συμπεριλαμβανόταν πέρα από σημαντική ακίνητη περιουσία, και συσταθέν ενέχυρο επί κρατικών ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου προς κάλυψη των απαιτήσεων), επέλεξε να επιβάλει κατάσχεση στο σύνολο των επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών της εντολέως μας εταιρείας, αλλά και στο σύνολο των τραπεζικών λογαριασμών των φυσικών προσώπων-εγγυητών στις ένδικες συμβάσεις, με αποτέλεσμα η συνέχιση της ομαλής λειτουργίας και εμπορικής δραστηριοποίησης της επιχείρησης να τεθεί υπό διακινδύνευση.
Πιο συγκεκριμένα, η ως άνω απόφαση, αφού απέρριψε τις αιτιάσεις της αντιδίκου που αφορούσαν υποτιθέμενες νομικές πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε και τους δεύτερο, πέμπτο και τρίτο λόγο εφέσεως της αντιδίκου, οι οποίοι αφορούσαν την υποτιθέμενη έλλειψη καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της. Αναλυτικότερα, η ως άνω απόφαση αναγνώρισε ότι ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη ηλεκτρονικός πλειστηριασμός σε βάρος των αποθηκών της εντολέως μας εταιρείας, η αντίδικος προχώρησε σε κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών των εντολέων μας, με την οποία «Ειδικότερα, ως προς την πρώτη εφεσίβλητη, δεσμεύθηκαν λογαριασμοί μέσω των οποίων διεξαγόταν η καθημερινή επιχειρηματική της δραστηριότητα και εξυπηρετούνταν, μεταξύ άλλων, η καταβολή αποδοχών και ασφαλιστικών εισφορών των εργαζόμενων της, η πληρωμή επιταγών, προμηθευτών και λοιπών λειτουργικών υποχρεώσεων, καθώς και η είσπραξη απαιτήσεων από πελάτες στο πλαίσιο ιδιωτικών και δημοσίων συμβάσεων. Η πρώτη εφεσίβλητη δραστηριοποιούνταν στην εμπορία, επισκευή και συντήρηση ιατρικών μηχανημάτων και ιατρικού εξοπλισμού και, συνεπώς, η δυνατότητα απρόσκοπτης χρήσης των τραπεζικών της λογαριασμών συνδεόταν άμεσα με την συνέχιση της επιχειρηματικής της λειτουργίας…Περαιτέρω, προς εξασφάλιση της ίδιας απαίτησης είχαν συσταθεί εμπράγματες ασφάλειες επί τίτλων και ειδικότερα επί κρατικών ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου…Παράλληλα, οι εγγυητές διέθεταν και άλλα ακίνητα…Η επίδικη απαίτηση ήταν πράγματι ληξιπρόθεσμη και οι εφεσίβλητοι δεν την είχαν εξοφλήσει επί μακρό χρονικό διάστημα. Επίσης, η εκκαλούσα είχε νόμιμο και εύλογο συμφέρον να επιδιώξει την αναγκαστική ικανοποίησή της. Ομοίως, η ύπαρξη άλλων πιστωτών, η επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας, οι προηγηθείσες διαδικασίες εκτέλεσης και η αποτυχία προσπαθειών ρύθμισης αποτελούν περιστάσεις που δικαιολογούν, κατ’ αρχήν την προσφυγή στην αναγκαστική εκτέλεση. Τα στοιχεία αυτά, όμως, δεν αίρουν τον έλεγχο του συγκεκριμένου τρόπου άσκησης του δικαιώματος υπό το πρίσμα του άρθρου 281 ΑΚ. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν η εκκαλούσα δικαιούνταν να επισπεύσει εκτέλεση, αλλά αν η έκταση και η ένταση της συγκεκριμένης κατάσχεσης ήταν, υπό τις ειδικές περιστάσεις, ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Στο πλαίσιο αυτό, δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι τα ανωτέρω ακίνητα ήταν ήδη βεβαρυμένα και ότι η αξία τους δεν επαρκούσε για την ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι το σύνολο των λοιπών περιουσιακών στοιχείων ήταν οικονομικά απρόσφορο προς έστω μερική ικανοποίηση της απαίτησης…Η ύπαρξη εμπραγμάτων βαρών δεν αρκεί, επομένως, για να καταστήσει τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία αδιάφορα κατά την στάθμιση του άρθρου 281 ΑΚ, ιδίως όταν ορισμένα από τα βάρη αυτά είχαν συσταθεί υπέρ της ίδιας απαίτησης. Εξάλλου, για την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ δεν απαιτείται να αποδεικνύεται ότι ένα και μόνο εναλλακτικό περιουσιακό στοιχείο επαρκούσε για την ολοσχερή εξόφληση. Αρκεί να προκύπτει ότι υπήρχε πραγματική και όχι υποθετική δυνατότητα του δανειστή να επιτύχει σημαντική, έστω και μερική, ικανοποίηση από άλλα περιουσιακά στοιχεία, ώστε το γεγονός αυτό να συνεκτιμηθεί κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας του επιλεγέντος μέτρου. Εν προκειμένω, πέραν των ήδη κατασχεμένων ακινήτων της πρώτης εφεσίβλητης, υπήρχαν οι ενεχυρασμένοι τίτλοι και πλείονα ακίνητα των εγγυητών. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργούσε γενική υποχρέωση της εκκαλούσας να εξαντλήσει προηγουμένως κάθε άλλο μέσο εκτέλεσης, αποτελούσε όμως κρίσιμο πραγματικό στοιχείο της στάθμισης. Αντιθέτως, η επίδικη κατάσχεση εις χείρας εννέα τραπεζών είχε ιδιαίτερα έντονη επίδραση στην πρώτη εφεσίβλητη, διότι δεν περιόριζε απλώς την διάθεση ορισμένων αποταμιευμένων κεφαλαίων, αλλά έθιγε το ίδιο το σύστημα μέσω του οποίου λειτουργούσε καθημερινά η επιχείρηση. Η δέσμευση λογαριασμών ήταν ικανή να δυσχεράνει ουσιωδώς την καταβολή μισθών και ασφαλιστικών εισφορών, την εξόφληση προμηθευτών, την εκπλήρωση φορολογικών και λοιπών τρεχουσών υποχρεώσεων και την είσπραξη απαιτήσεων από πελάτες. Η συνέπεια αυτή αποκτά πρόσθετη βαρύτητα ενόψει του ότι η πρώτη εφεσίβλητη συνέχιζε να αναπτύσσει επιχειρηματική δραστηριότητα και, κατά τις οικονομικές καταστάσεις της 31.12.2022, εμφάνιζε αύξηση του κύκλου εργασιών της λόγω επιτυχούς συμμετοχής της σε δημόσιους διαγωνισμούς. Υπό τα δεδομένα αυτά, η επίδικη κατάσχεση ήταν πρόσφορη να πλήξει όχι απλώς την υφιστάμενη περιουσία της εταιρείας αλλά τον ίδιο τον μηχανισμό παραγωγής νέων εσόδων και, κατ’ επέκταση, την δυνατότητά της να συνεχίσει την επιχειρηματική της δραστηριότητα και να εξυπηρετεί και την επίδικη οφειλή. Η προκαλούμενη βλάβη δεν περιοριζόταν, επομένως, στις συνήθεις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες που συνοδεύουν κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ήταν δυνατόν να καταστήσει εξαιρετικά δυσχερή την συνέχιση της λειτουργίας της πρώτης εφεσίβλητης…η επιλογή της εκκαλούσας να επιβάλει σωρευτικά κατάσχεση εις χείρας εννέα τραπεζικών ιδρυμάτων, δεσμεύοντας κατ’ ουσίαν το σύνολο των λειτουργικών λογαριασμών της πρώτης εφεσίβλητης, υπερέβη προφανώς το αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση της απαίτησής της…».
Με βάση όλες τις ανωτέρω παραδοχές η αναλυόμενη απόφαση έκρινε την συμπεριφορά της αντιδίκου καταχρηστική και ακύρωσε τελεσιδίκως το επίμαχο κατασχετήριο.
Για περισσότερη αρθρογραφία σχετικά με τις δυνατότητες δικαστικής και εξωδικαστικής προστασίας του οφειλέτη, δείτε ενδεικτικά εδώ και εδώ. Για περισσότερες δικαστικές αποφάσεις σε συναφείς υποθέσεις που χειρίστηκε πρόσφατα το γραφείο μας, δείτε ενδεικτικά εδώ, εδώ, εδώ και εδώ.